Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Ιαπωνία και Βόρεια Κορέα: Ένας ατέρμονος κύκλος δισπιστίας.

Posted 20 3 18

Tου Γιώργου Ζαχαριά  

Οι σχέσεις μεταξύ Ιαπωνίας και Βόρειας Κορέας περιλαμβάνουν στοιχεία μίσους και δυσπιστίας ήδη από το 1905, όταν, μετά τη λήξη του Ρωσοιαπωνικού πολέμου το ίδιο έτος, η Κορεάτικη χερσόνησος τέθηκε υπό την de facto επικυριαρχία της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας, στην οποία προσαρτήθηκε επίσημα το 1910. Τα γεγονότα εκείνης της περιόδου σε συνδυασμό με όσα έχουν επακολουθήσει μέχρι σήμερα, έχουν τη σημασία τους για την κατανόηση των περίπλοκων αυτών διμερών σχέσεων. Στόχος του άρθρου είναι η συνοπτική απεικόνιση των σχέσεων των δύο χωρών και η παρουσίαση της πολιτικής και των μέσων της ιαπωνικής κυβέρνησης με αφορμή τις πρόσφατες κρίσεις με τη γειτονική τους χώρα.

Read the rest of this entry »

Η Ελλάδα,το προσφυγικό και η Ευρώπη: μια ανεπίσημη ανάλυση του Γιάννη Μουζάλα στο Στρασβούργο

Posted 5 3 18

15 Φεβρουαρίου 2018

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Στρασβούργο, 

Του Γιάννη Σαπουντζή

 

 

Μεταξύ 12 και 16 Φεβρουαρίου, το Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου διοργάνωσε την «Ευρωπαϊκή Εβδομάδα» (Semaine européenne) στο κτήριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Στόχος της ήταν η εξοικείωση των φοιτητών του Πανεπιστημίου με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, συζητώντας για κρίσιμα θέματα της ευρωπαϊκής ατζέντας. Στη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, ακούσαμε παρεμβάσεις σε θέματα οικονομίας, φορολογίας, δικαιοσύνης, μετανάστευσης αλλά και συζητήσαμε για το μέλλον της Ευρώπης.Ανάμεσα στους ομιλητές ήταν ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Μισέλ Σαπέν αλλά και ο (απελθών πλέον) υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής της Ελλάδος, Γιάννης Μουζάλας. Η ομιλία του για τη μεταναστευτική κρίση ακριβώς επειδή έγινε σε σχετικά ελεύθερο πλαίσιο εξέφραζαν τόσο την επίσημη κυβερνητική πολιτική όσο και προσωπικές του απόψεις.

Read the rest of this entry »

Ο προϋπολογισμός της ΕΕ μετά το Brexit:δεδομένα, εξελίξεις κι εκτιμήσεις

Posted 26 2 18

του Γιώργου Ανδρέου

 

Σε τεχνικό επίπεδο, το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) εν όψει του Brexit εμφανίζεται ως η ανάγκη διευθέτησης των δημοσιονομικών υποχρεώσεων που δεσμεύουν το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) ως μέλος της ΕΕ και αποτελεί μια μεταβατική εκκρεμότητα που τα δύο μέρη οφείλουν να διευθετήσουν άμεσα, προκειμένου, έως τα τέλη του Μαρτίου 2019, να οριστικοποιηθεί ο τερματισμός της ιδιότητας του ΗΒ: α) ως μέλους όλων των οργάνων και οργανισμών της ΕΕ (όπως λχ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων) και β) ως μέρους όλων των δημοσιονομικών πολιτικών και δράσεων της Ένωσης (ακόμα και αυτών που δεν εντάσσονται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό). Ωστόσο, αυτή η διάσταση του Brexit έχει τρεις διαφορετικές αλλά αλληλοσυνδεδεμένες πτυχές, καθώς θίγει παράλληλα:

α) το ζήτημα της δημοσιονομικής διευθέτησης μεταξύ ΕΕ και ΗΒ,

β) το ζήτημα των μελλοντικών δημοσιονομικών σχέσεων ΕΕ- ΗΒ και

γ) το μέλλον του προϋπολογισμού της ΕΕ συνολικά.

 

 Τα βασικά δεδομένα και η ‘επί της αρχής’ δημοσιονομική διευθέτηση  ΕΕ - ΗΒ

 

Δύο είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του προϋπολογισμού της ΕΕ: πρώτον, πρέπει να είναι πάντοτε ισοσκελισμένος και, δεύτερον, είναι ενταγμένος σε ένα δημοσιονομικό σύστημα δύο επιπέδων (ενός πολυετούς και ενός ετήσιου). Η υποχρέωση της ΕΕ να τηρεί πάντοτε ισοσκελισμένο προϋπολογισμό (και άρα η στέρηση της δυνατότητας δημιουργίας ελλειμμάτων), πέρα από τους προφανείς περιορισμούς που θέτει στην λειτουργία του ενωσιακού συστήματος, συνεπάγεται ότι το ύψος των δαπανών της Ένωσης εξαρτάται απόλυτα από το ύψος των εσόδων της. Το γεγονός ότι έσοδα και δαπάνες αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος έχει πολύ σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις τόσο για το Brexit όσο και για το μέλλον του ενωσιακού προϋπολογισμού.  Με άλλα λόγια, η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα δημιουργήσει προβλήματα στον προϋπολογισμό της ΕΕ τόσο από την πλευρά των εσόδων όσο και από την πλευρά των δαπανών.

Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό του κοινοτικού προϋπολογισμού είναι ότι τα έσοδα και τα έξοδα της Ένωσης διαμορφώνονται μέσω ενός συστήματος λήψης αποφάσεων που περιλαμβάνει έναν πολυετή κι έναν ετήσιο δημοσιονομικό κύκλο. Πιο συγκεκριμένα, από το 1988 και έπειτα, η ΕΕ διαθέτει ένα δημοσιονομικό σύστημα δύο επιπέδων (ή αλλιώς, δύο φάσεων): οι βασικοί άξονες της κοινοτικής δημοσιονομικής δράσης προσδιορίζονται σε έναν μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα με τη μορφή του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ), ενώ η ακριβής κατανομή των δαπανών γίνεται στα πλαίσια της ετήσιας δημοσιονομικής διαδικασίας. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές διανύουμε το ΠΔΠ 2014-2020.

 

Το σύστημα των εσόδων - των ίδιων πόρων - της ΕΕ συντίθεται από τελωνειακούς δασμούς σε εισαγωγές από τρίτες χώρες, γεωργικές εισφορές (κυμαινόμενοι φόροι στις εισαγωγές και εισφορές επί της παραγωγής ζάχαρης και γλυκόζης), εισφορές από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) που υπολογίζονται σε εναρμονισμένη βάση και, από το 1988, εισφορές των χωρών μελών βάσει του ΑΕΕ (Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος). Επιπροσθέτως, από το 1984, έχουν σταδιακά προστεθεί στο σύστημα μια σειρά από διορθώσεις, οι οποίες έχουν ως στόχο να αντισταθμιστούν ή να διορθωθούν οι δημοσιονομικές ανισορροπίες ορισμένων κρατών μελών. Η σημαντικότερη διόρθωση αφορά την εισφορά του Ηνωμένου Βασιλείου: πρόκειται για ετήσια μείωση της εισφοράς ΑΕΕ του ΗΒ που βασίζεται στην αρχή ότι το ΗΒ λαμβάνει το 66% της διαφοράς ανάμεσα στην εισφορά του προς και στις απολαβές του από τον προϋπολογισμό. Το κόστος της επιστροφής μετακυλύεται στα υπόλοιπα κράτη μέλη κατ’ αναλογία του ΑΕΕ τους. Ωστόσο, από το 2002, η Γερμανία, η Ολλανδία, η Σουηδία και η Αυστρία καταβάλλουν μόνο το 25% του ποσού της τους αναλογεί ετησίως («επιστροφή επί της επιστροφής»). Τέλος, κατά το τρέχον ΠΔΠ, η Ολλανδία, η Σουηδία, η Δανία και η Αυστρία λαμβάνουν επιπρόσθετες εφάπαξ επιστροφές. Το σύνολο των εν λόγω ρυθμίσεων κωδικοποιείται σε Απόφαση του Συμβουλίου για τους Ίδιους Πόρους, η οποία λαμβάνεται με ομοφωνία πριν από την έναρξη κάθε ΠΔΠ.

Read the rest of this entry »

Η "νέα Κίνα" του Σι Τζινπινγκ: Από την Εθνική Ανανέωση στον Ιμπεριαλισμό;

Posted 16 2 18

                                                                                                                                               Του Γιώργου Μαυροδημητράκη

 Στο 19ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας στις 18 Οκτωβρίου 2017, ο Γενικός Γραμματέας του κόμματος Σι Τζινπινγκ (Xi Jinping), εξήγγειλε μια στροφή στην πολιτική της χώρας τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, θέτοντας σε προτεραιότητα την ανάδειξη του «κινεζικού έθνους» και υποβαθμίζοντας ταυτόχρονα το έως τώρα κινεζικό δόγμα της αντίθεσης στον στρατιωτικό ιμπεριαλισμό και της μη επέμβασης στα εσωτερικά άλλων κρατών. Ο νέος ηγέτης της Κίνας, που ανέλαβε καθήκοντα το 2012, έχει ήδη επηρεάσει σημαντικά το Κόμμα καθώς στο συνέδριο αυτό συμπεριλήφθηκε στο καταστατικό του Κόμματος «η Σκέψη του Σι Τζινπινγκ», όπως αποκαλείται «το όραμά του για το Σοσιαλισμό με κινεζικά χαρακτηριστικά, στο πλαίσιο μιας νέας εποχής». Αντίστοιχο γεγονός έχει συμβεί μόνο με τον ιδρυτή της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, τον Μάο Τσετούνγκ το 1949, και τον διάδοχό του Ντενγκ Σιαοπίνγκ το 1997.

Read the rest of this entry »

Το άρθρο 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση: η αναστολή ιδιότητας τουμέλους ως ‘πυρηνικό’ όπλο ή ως άσφαιρα πυρά;

Posted 1 1 18

Του Γιάννη Παπαγεωργίου

 

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εισηγηθεί στο Συμβούλιο Υπουργών  την εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 της Συνθήκης κατά της Πολωνίας για παραβίαση του κράτους δικαίου, αποτελεί την πρώτη χρήση της διάταξης αυτής. Το παρόν σημείωμα εξηγεί συνοπτικά το περιεχόμενο και την ιστορία του άρθρου καθώς και τις περιπτώσεις που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Σε επόμενο σημείωμα θα εξετασθούν οι εξελίξεις στην Πολωνία και οι λόγοι που οδήγησαν την Επιτροπή στην απόφαση αυτή.

 

Ιστορικό

 

Το άρθρο 7 που προβλέπει κυρώσεις – που φθάνουν έως την αναστολή ιδιότητας ενός κράτους μέλους – για παραβίαση των δημοκρατικών αξιών της Ένωσης εισήχθη στην έννομη τάξη της ΕΕ με την Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997. Η ιδρυτική Συνθήκη της Ρώμης του 1957 αλλά και η Συνθήκη του Μάαστριχτ  του 1992 δεν περιελάμβαναν κάποια ρύθμιση για κυρώσεις σε κράτη μέλη για παραβιάσεις των δημοκρατικών αρχών: τα κράτη μέλη βασίζονταν στην σιωπηρή σμοιβαία αποδοχή ότι αποτελούσαν σταθερές δημοκρατίες με ισχυρούς θεσμούς και κράτος δικαίου που δεν χρειάζονταν ρήτρες δημοκρατίας.

 

Ωστόσο η συζήτηση για μια «δημοκρατική ρήτρα» στην δομή της Ένωσης προϋπήρχε της υιοθέτησης του άρθρου 7. Η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της Ε.Ε. και οι σταδιακές διευρύνσεις της ιδίως προς τις χώρες τις μεσογειακής Ευρώπης είχαν θέσει το ζήτημα της θέσπισης κάποιας μορφής κυρώσεων σε κράτη μέλη. Η πρώτη σχετική μνεία σε τέτοιες κυρώσεις έγινε στο Σχέδιο Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση  (Σχέδιο Σπινέλλι) που συνέταξε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1984 (και που δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ). Το Σχέδιο Συνθήκης στο άρθρο 44 προέβλεπε ότι, σε περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης των δημοκρατικών αρχών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων από ένα κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε τη δυνατότητα να του επιβάλει κυρώσεις που θα μπορούσαν να φθάσουν έως και στην αναστολή της συμμετοχής του στην Ένωση.

 

Κατά τη δεκαετία του 1990, η προοπτική των μεγάλης διεύρυνσης της Ένωσης προς Ανατολάς επανέφερε το θέμα των δημοκρατικών εγγυήσεων από τα υπό ένταξη κράτη. Για το σκοπό αυτό διαμορφώθηκαν σταδιακά τα λεγόμενα ‘Κριτήρια της Κοπεγχάγης’  που έθεταν την τήρηση των βασικών αξιών της Ένωσης ως προϋπόθεση για την ένταξή τους. Ωστόσο, τα κριτήρια ίσχυαν έως την ένταξη ενός υποψήφιου μέλους και δεν έλυναν το πρόβλημα δημοκρατικής εκτροπής σε χώρες που είχαν ήδη αποκτήσει καθεστώς μέλους. Η σχετική συζήτηση οδήγησε στην υιοθέτηση, με την Συνθήκη του Άμστερνταμ, ενός άρθρου για την παραβίαση των δημοκρατικών αξιών από ένα κράτος μέλος.

 

Το άρθρο 7, στην Συνθήκη του Άμστερνταμ, προέβλεπε, αρχικά, την διαπίστωση από τα λοιπά κράτη μέλη ότι ένα κράτος παραβίαζε με σοβαρό και διαρκή τρόπο τις δημοκρατικές αρχές (τις αρχές του σημερινού άρθρου 2 της Συνθήκης που προβλέπει ότι «Η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών»), και επέβαλε κυρώσεις που έφθαναν έως και την αναστολή της ιδιότητας του μέλους της ΕΕ. 

Αν και ο πρόδηλος στόχος του ήταν να αντιμετωπίσει τυχόν δημοκρατική εκτροπή από τις νεοεισερχόμενες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η πρώτη φορά που έγινε λόγος για πιθανή χρήση του ήταν στην περίπτωση της Αυστρίας: το 2000, στην αυστριακή κυβέρνηση συνασπισμού μετέσχε, για πρώτη φορά, το ακροδεξιό Ελεύθερο Κόμμα της Αυστρίας (FPÖ). Η ΕΕ δυσανασχέτησε και έθεσε προς συζήτηση τη χρήση του άρθρου 7 έναντι της Αυστρίας. Ωστόσο, το άρθρο στην τότε μορφή του δεν περιελάμβανε την περίπτωση του σοβαρού κινδύνου παραβίασης των δημοκρατικών αρχών από ένα κράτος αλλά μόνο την διαπίστωση μιας παρούσας παραβίασης. Όμως στην Αυστρία δεν παραβιάζονταν οι δημοκρατικές αρχές από το γεγονός και μόνο της συμμετοχής ενός κόμματος στην κυβέρνηση, και άρα δεν υπήρχε νομική βάση για επίκληση του άρθρου 7. Τα περισσότερα κράτη της ΕΕ περιορίσθηκαν έτσι σε διμερείς – και εκτός των Συνθηκών – θεσμικού χαρακτήρα κυρώσεις (υποβάθμιση των επίσημων επισκέψεων, μη συμμετοχή με υπουργούς αλλά με πρέσβεις στα Συμβούλιο Υπουργών όπου ο Αυστριακός υπουργός προερχόταν από το FPÖ κλπ).

 

Η αυστριακή υπόθεση ανέδειξε, στην ΕΕ, την ανάγκη να διευρυνθεί το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου. Έτσι, με τη Συνθήκη της Νίκαιας το 2001, το κείμενο διευρύνθηκε ώστε να ώστε να καλύπτει και τον κίνδυνο παραβίασης των δημοκρατικών αρχών. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Συνέλευση για το Μέλλον της Ένωσης (2003-4) που προετοίμασε την Συνταγματική Συνθήκη που υιοθέτησε την επέκταση του άρθρου 7, τέθηκε και η πρόταση για αποπομπή ενός κράτους από την Ένωση ως έσχατο μέσο κύρωσης (σε αντιστάθμισμα και του δικαιώματος αποχώρησης από την Ένωση που εισήγαγε η Συνθήκη) αλλά τα κράτη μέλη απέφυγαν να δεχθούν το ενδεχόμενο αυτό.

Read the rest of this entry »