Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Όταν ο Οδόακρος μπήκε στη Ρώμη

Posted 11 11 16

(σκέψεις για τις αμερικανικές εκλογές)

 

του Γιάννη Παπαγεωργίου

 

Τις επόμενες μέρες και χρόνια, θα δημοσιευθούν εκατοντάδες αναλύσεις για τους λόγους της νίκης του Ντόναλντ Τραμπ και της ήττας της Χίλαρυ Κλίντον. Στο σημείωμα αυτό θα αναφερθώ σε κάποιες επιπτώσεις της νίκης Τραμπ για το αμερικανικό πολιτικό σύστημα. 

1. Το πολιτικό σύστημα των ΗΠΑ είναι ταυτόχρονα προεδρικό και ομοσπονδιακό: η διάκριση των εξουσιών και ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων αποσκοπούν στην κατοχύρωση της επιβολής ορίων στην δυνατότητα μιας δομής του κράτους, ιδίως της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, να ασκεί ανεμπόδιστα εξουσία της. O James Madison στο 10ο Ομοσπονδιακό Κείμενο έθεσε ως πρώτο στόχο του συντάγματος να ελέγχει την βία των μερίδων (“break and control the violence of faction”) δηλαδή κάθε ομάδας ανθρώπων που ενωμένοι και κινούμενοι από κάποιο κοινό πάθος επιδιώκουν να κατακτήσουν την εξουσία εις βάρος των συμπολιτών τους. Για το σκοπό αυτό έχει εισάγει πολλαπλούς ελέγχους και εξισορρόπηση των θεσμικών βουλήσεων (τα λεγόμενα checks and balances), με άλλα λόγια την υποχρεωτική συναίνεση των ομοσπονδιακών και πολιτειακών επιπέδων και εξουσιών. Προϋπόθεση αποτελεσματικής λειτουργίας του είναι η αποδοχή – από πλευράς όλων– του δικαιώματος της πλειοψηφίας στο κάθε επίπεδο να κυβερνά και η ταυτόχρονη υποχρέωσή της να λαμβάνει υπόψη και να σέβεται τις πολλές και διαφορετικές λοιπές πλειοψηφίες. Με τον τρόπο αυτό, ο πρόεδρος αποτελεί μόνο ένα, πολύ σημαντικό προφανώς, από τα πολλά όργανα και επίπεδα διακυβέρνησης της χώρας. Η εκλογή του σηματοδοτεί μια σημαντική πολιτική αλλαγή, οι εξουσίες του όμως περιορίζονται από διαφορετικού πολιτικού προσανατολισμού Κογκρέσο, άλλη πλειοψηφία στις πολιτείες κ.ο.κ. Δεύτερη προϋπόθεση για να λειτουργήσει αυτό το πολυεπίπεδο σύστημα διακυβέρνησης είναι η επίγνωση από πλευράς όλων των θεσμικών παραγόντων, πολιτικών κομμάτων, θεσμών της χώρας και πολιτικών ηγεσιών ότι οφείλουν να ξεπερνούν τις πολιτικές διαφορές τους συμφωνώντας από κοινού στις μεγάλες πολιτικές γραμμές. Η δεύτερη προϋπόθεση σταδιακά έχει αποδυναμωθεί – οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών από τη δεκαετία του 1990 και μετά έχουν γίνει πολύ πιο στεγανές, οι πολιτικοί αλλά και οι ψηφοφόροι των δύο κομμάτων αντιμετωπίζουν οι μεν τους δε ως εχθρούς και όχι ως αντιπάλους ή συνεργάτες. Οι τωρινές εκλογές αναίρεσαν σε μεγάλο βαθμό και την πρώτη προϋπόθεση: για πρώτη φορά μετά την εποχή του Φράνκλιν Ρούζβελτ, ένα κόμμα ελέγχει σχεδόν όλες τις εξουσίες στη χώρα. Οι Ρεπουμπλικανοί δεν κέρδισαν μόνο την προεδρία και τον έλεγχο και στα νομοθετικά όργανα. Διαθέτουν την μεγάλη πλειονότητα των κυβερνητών και πολιτειακών νομοθετικών οργάνων (σε 24 πολιτείες έχουν τον κυβερνήτη και τον έλεγχο των δύο νομοθετικών οργάνων).

 

2. Ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών ερχόμενος σε σύγκρουση με την πλειοψηφία και πολλές τις παραδοσιακές θέσεις της ηγεσίας τους. Αν ηττάτο, το κόμμα θα τον απέρριπτε ως έκτρωμα, παρότι ίσως διατηρούσε τον λόγο και τρόπο του ως εργαλείο πολιτικής δράσης. Η νίκη του ωστόσο, τον καθιερώνει ως ηγέτη του κόμματος και επιβάλλει στην ηγεσία του (από τον Πωλ Ράιαν έως την οικογένεια Μπους) να ταυτισθούν μαζί του: η εκλογή Τραμπ συμπαρέσυρε και τις ελπίδες των Δημοκρατικών να κερδίσουν τη Γερουσία ενώ πολλοί Ρεπουμπλικανοί οφείλουν την εκλογή τους αποκλειστικά στην κινητοποίηση των οπαδών του Τραμπ. Ο Τραμπ δεν είναι ο συνηθισμένος συντηρητικός Ρεπουμπλικανός – ζει στη Νέα Υόρκη από όπου κυβερνά την οικονομική αυτοκρατορία του και δεν έχει ιδιαίτερα προβλήματα με παραδοσιακά φιλελεύθερες αμερικανικές θέσεις (από την άμβλωση έως τη νομιμοποίηση των ελαφρών ναρκωτικών). Ωστόσο ως μη ιδεολόγος δεν έχει κανένα πρόβλημα να κυβερνήσει με τους Ρεπουμπλικανούς αφήνοντας το κόμμα να εφαρμόζει πολιτικές που δεν ενοχλούν τις δικές του προτεραιότητες (όποιες τυχόν είναι αυτές).

 

3. Έτσι, αυτή τη στιγμή θα λειτουργήσει ταυτόχρονα μια λαϊκιστική και μια συντηρητική ατζέντα, την πρώτη από τον πρόεδρο και η δεύτερη από το Κογκρέσο. Η κυβέρνηση Τραμπ θα εφαρμόζει (κάποιες από) τις λαϊκιστικές εξαγγελίες που θεωρεί ότι τον οδήγησαν στην εξουσία (μείωση φόρων, οικονομικό προστατευτισμό, καταγγελία διεθνών συμφωνιών που δεσμεύουν τη χώρα – η συμφωνία για το κλίμα μάλλον θα είναι το πρώτο θύμα). Αφετέρου, η Ρεπουμπλικανική πλειοψηφία στο Κογκρέσο θα προωθεί μια κοινωνικά συντηρητική ατζέντα με μέτρα που θα διευκολύνουν τη δημιουργία μιας κλειστής κοινωνίας. Η τοποθέτηση του νέου δικαστή στο Ανώτατο Δικαστήριο που είχε μπλοκάρει η Ρεπουμπλικανική Γερουσία είναι ένα πρώτο (και με εξαιρετικά  μακροπρόθεσμες επιπτώσεις) πεδίο της νέας αυτής ιδεολογικής και πολιτικής συνύπαρξης. Παρότι οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν λειτουργούν αποκλειστικά κομματικά ούτε είναι πιστοί θεράποντες της εξουσίας και συχνά έχουν εξελιχθεί διαφορετικά από ό τι ήλπιζαν οι πρόεδροι και οι Γερουσίες που τους τοποθέτησαν, είναι προφανές ότι η νέα τοποθέτηση (και ενδεχομένως επερχόμενες) θα είναι άτομο που ανταποκρίνεται στις συντηρητικές θέσεις της Ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας. Η εξέλιξη αυτή θα έχει σημαντικές επιπτώσεις σε σειρά μέτρων που θεωρούνται κομβικής σημασίας για την φιλελεύθερη  αμερικανική κοινωνία: το Obamacare, η ελευθερία των αμβλώσεων, θετικά μέτρα υπέρ των μειονοτήτων (ιδίως η διασφάλιση των εκλογικών δικαιωμάτων για Αφροαμερικανούς και Latinos), ο περιορισμός της οπλοκατοχής είναι κάποια μόνο από τα μέτρα που όχι μόνο μπορούν να αλλάξουν τα ιδεολογικά θεμέλια της χώρας από τη δεκαετία του 60 αλλά και να δημιουργήσουν ακόμα μεγαλύτερες διαιρετικές τομές στη χώρα.

 

4. Η έμφαση στο τελικό αποτέλεσμα των προεδρικών ιδίως εκλογών της 8ης Νοεμβρίου και στην προσπάθεια να εξηγηθεί η εκλογή Τράμπ ως αποτέλεσμα της αποξένωσης των μικρομεσαίων λευκών στρωμάτων της Μεσοδυτικής Αμερικής (της λεγόμενης rust belt) απέκρυψε την ανάδειξη άλλων διαιρετικών τομών, ανάμεσα στις πολιτείες: οι πολιτείες των δύο Ακτών (Νέα Αγγλία και Καλιφόρνια, Όρεγκον και Ουάσιγκτον στον Ειρηνικό) έδωσαν όχι μόνο αυξημένα ποσοστά στη Χίλαρυ Κλίντον αλλά πέρασαν και σειρά νομοθετικών πρωτοβουλιών που έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την συντηρητική ιδεολογία που κυριάρχησε στις εκλογές (νομοθεσία για την νομιμοποίηση της κάνναβης, περιορισμούς στην οπλοκατοχή, δικαίωμα στην υποβοηθούμενη ευθανασία). Διαμορφώνεται έτσι μια αυξανόμενη απόκλιση ανάμεσα στις ακτές και το κέντρο, πέραν της διαφοροποίησης των κερδισμένων και των χαμένων της παγκοσμιοποίησης που θεωρείται ότι ανέδειξε τον Τραμπ. Σταδιακά, η απόκλιση αυτή που είναι και απόκλιση αξιών και απόκλιση πλούτου ενδέχεται να οδηγήσει σε επικίνδυνες εντάσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και πολιτειών αλλά και ανάμεσα στις πολιτείες. Οι φιλελεύθεροι νέοι από το Κάνσας, οι ομοφυλόφιλοι που θέλουν να παντρευτούν στο Άρκανσω και οι κοπέλες που θέλουν και κάνουν άμβλωση στη Μοντάνα θα στρέφονται ολοένα και περισσότερο στις μεγάλες και πιο ανοικτές κοινωνίες των Ακτών όπου βρίσκεται η πλειοψηφία των Αμερικανών (αλλά που αποτελούν μειοψηφία των πολιτειών): δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η Χίλαρυ Κλίντον κέρδισε (με περίπου 200.000 περισσότερες ψήφους) την πλειοψηφία των ψηφοφόρων αλλά όχι την πλειοψηφία των εκλεκτόρων (κέρδισε μόνο σε 20 πολιτείες). Σταδιακά διαμορφώνονται δύο Αμερικές: η ανοικτή Αμερική των ακτών και των μεγάλων πόλεων και η βαθειά Αμερική του κέντρου και του νότου. Αυτό συμβαίνει σε πολλές χώρες, ωστόσο το αμερικανικό εκλογικό σύστημα δίνει την τακτική κυριαρχία στους δεύτερους. Το σύστημα των εκλεκτόρων και η σημασία των swing states προσφέρουν δυσανάλογα μεγάλη πολιτική σημασία και ρόλο σε λίγους ψηφοφόρους που ψηφίζουν σε λίγες πολιτείες. Η πρόδηλη αυτή δυσαρμονία ενδέχεται να έχει σοβαρές μεσοπρόθεσμες επιπτώσεις, ιδίως εφόσον οι κυρίαρχοι - σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο- Ρεπουμπλικανοί συνεχίσουν τις προσπάθειές τους να περιορίζουν νομοθετικά το εκλογικό δικαίωμα και να διαμορφώνουν πειθήνιες εκλογικές περιφέρειες.

 

5. Έγραψα ότι δεν θα προσπαθήσω να εξηγήσω τα αίτια της νίκης Τραμπ, δεν μπορώ όμως να μην σχολιάσω τις επιπτώσεις για τη μορφή δημοκρατίας που γνωρίζουμε. Όπως και σε άλλες αντίστοιχες περιπτώσεις (από το Μπρέξιτ έως τον Ορμπάν και τον Πέπε Γκρίλο), η μεσαία και εργατική τάξη χωρών που θεωρούνται πολιτικά ώριμες έδειξαν να προτιμούν να πουν όχι στην πρόταση του κατεστημένου (με όποιο περιεχόμενο δώσουμε σε αυτή την έννοια) προτιμώντας εκείνον που προσφέρει την υπόσχεση για ένα αύριο που δεν θα είναι χειρότερο από το σήμερα.  Στην περίπτωση Τραμπ, ο υποψήφιος δεν έκρυψε τις απόψεις του (για τον περιορισμό της ελευθερίας του τύπου, τον βασανισμό κρατουμένων, την εκδίωξη Μουσουλμάνων και μεταναστών, την επαναφορά του φυλετισμού στον πολιτικό λόγο), κόμπαζε για την πολιτική και γενικότερη άγνοιά του, παρουσίαζε αναλήθειες ως γεγονότα ενώ ήταν πολύ φειδωλός σε συγκεκριμένα μέτρα (κάτι που ίσως του στοιχίσει στο εγγύς μέλλον). Το ότι τόσοι πολλοί ψηφοφόροι αγνόησαν τις πρόδηλες ελλείψεις του, δείχνει όχι μόνο την γενικευμένη απόρριψη του κατεστημένου αλλά και μια αμφισβήτηση βασικών αξιών της αμερικανικής φιλελεύθερης δημοκρατίας: την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το κράτος δικαίου και τους πλουραλιστικούς θεσμούς, την ανεκτικότητα και το δικαίωμα στην κριτική. Η τιμωρία των ‘υπευθύνων’ ελίτ θεωρήθηκε από τους πολίτες πιο σημαντική από την βελτίωση της κακής διαχείρισης της υφιστάμενης κατάστασης. Το πρόβλημα είναι ότι η εξελισσόμενη εκτράχυνση του πολιτικού λόγου που νομιμοποιήθηκε από τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο γίνεται παράδειγμα προς μίμηση. Η επιτυχία του Τραμπ θα επιτρέψει σε πολλούς επερχόμενους πολιτικούς να χρησιμοποιήσουν τον λόγο και τρόπο του με ελπίδες να πετύχουν.

 

Στην «Παρακμή και πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» ο Gibbon περιγράφοντας το πώς έσβησε η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αναφέρει ότι ο βάρβαρος ηγεμόνας Οδόακρος, πριν εξορίσει τον τελευταίο Ρωμαίο αυτοκράτορα, Ρωμύλο Αυγουστύλο και καταργήσει την αυτοκρατορία, βρισκόταν ήδη στη Ρώμη ως πατρίκιος και προστάτης της πολιτείας. Οι ΗΠΑ δεν θα  γίνουν ένα αυταρχικό κράτος λόγω της εκλογής Τραμπ: στη χώρα οι κανόνες υπάρχουν και συνεχίζουν να εφαρμόζονται και τα checks and balances έστω και υπό πίεση συνεχίζουν να υπάρχουν. Αυτό που σηματοδοτεί ωστόσο η εκλογή αυτή είναι η  επιβεβαίωση μιας αργής διάβρωσης των αξιών που διαμόρφωσαν το μεταπολεμικό φιλελεύθερο δημοκρατικό κράτος.  Η κατάρρευση των βασικών πυλώνων της πολιτικής συναίνεσης στην φιλελεύθερη δημοκρατία θα είναι κατόπιν θέμα χρόνου μόνο. Και αυτό που θα ακολουθήσει δεν θα είναι κάτι καλύτερο.