Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Η συμφωνία Αθήνας-ΠΓΔΜ: το ιστορικό πλαίσιο και το περιεχόμενο της συμφωνίας

Posted 26 6 18

 Του Αλέξανδρου Μπουρδάνου

 

 

Το κράτος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας ιδρύθηκε το 1991 της περίοδο της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας. Η περιοχή καταλήφθηκε κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους από τη Σερβία και, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αποτέλεσε τμήμα του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων (της μετέπειτα Γιουγκοσλαβίας). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο έγινε ένα από τα ομόσπονδα κράτη της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Toπρόβλημα της ονομασίας του γειτονικού κράτους προέκυψε όταν αυτό κήρυξε την ανεξαρτησία του με το συνταγματικό όνομα Δημοκρατία της Μακεδονίας, την ίδια δηλαδή ονομασία όπως και όταν ήταν ομόσπονδο κράτος τη Γιουγκοσλαβίας, αλλά με τη διαφορά ότι τούτο συνιστούσε πλέον διεθνές όνομα κράτους.

Read the rest of this entry »

Η πολιτική κρίση στην Ισπανία

Posted 12 6 18

 της Στεργιανής Νίκου

 

Η Ισπανία αντιμετώπισε την περασμένη βδομάδα μια σπάνιας μορφής πολιτική κρίση: στη 1 Ιουνίου 2018 υπερψηφίστηκε από το ισπανικό κοινοβούλιο η πρόταση μομφής που κατέθεσε το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE)  κατά του πρώην –πλέον- πρωθυπουργού MarianoRajoy. Στις 2 Ιουνίου ορκίστηκε νέος πρωθυπουργός της χώρας ο PedroSánchez καθώς σύμφωνα με το ισπανικό σύνταγμα αν η μια πρόταση μομφής γίνει δεκτή η κυβέρνηση υποβάλλει την παραίτησή της στον βασιλιά και ο νέος υποψήφιος για την πρωθυπουργία, που αναφέρεται στην ίδια πρόταση μομφής, ορίζεται από τον βασιλιά επικεφαλής της νέας κυβέρνησης.

Η πρόταση μομφής του PSOEείναι η τέταρτη πρόταση μομφής στην ιστορία της Ισπανίας μετά την μεταπολίτευση, από το 1978 δηλαδή και έπειτα, και η πρώτη που έγινε δεκτή.

Read the rest of this entry »

Ο νέος Μεγάλος Συνασπισμός μετά τις γερμανικές εκλογές: διλήμματα και επιπτώσεις

Posted 5 6 18

της Κατερίνας Δημητρίου

 

 Οι ομοσπονδιακές εκλογές της 24ης Σεπτεμβρίου 2017 στη Γερμανία άλλαξαν σημαντικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στη χώρα: για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1950 συμμετέχουν ξανά έξι κόμματα στη γερμανική Βουλή (Bundestag). Τα δύο μεγάλα μεταπολεμικά κόμματα εξουσίας, το χριστιανοδημοκρατικό/ χριστιανοκοινωνικό [CDU/ CSU(Union)] και το σοσιαλδημοκρατικό SPDθεωρούνται οι «μεγάλοι χαμένοι», ενώ τα μικρότερα κόμματα συνoλικά κέρδισαν. Μετά από σχεδόν έξι δεκαετίες εισέρχεται ξανά στο κοινοβούλιο ένα εθνολαϊκιστικό, ευρωσκεπτικιστικό κόμμα, η Εναλλακτική για τη Γερμανία  (AfD). Η διαδικασία συγκρότησης κυβέρνησης διήρκησε σχεδόν έξι μήνες (171 ημέρες). Παρόλο που οι διερευνητικές επαφές κατέρρευσαν αρκετές φορές, δεν προέκυψε πολιτική κρίση. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να παρουσιάσει συνοπτικά τις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις, να εξετάσει τις πολιτικές εναλλακτικές υπό το πρίσμα της θεωρίας περί συμμαχικών κυβερνήσεων και να προχωρήσει σε κάποιες εκτιμήσεις για τις προοπτικές του κυβερνητικού σχήματος.

 

 Η περίοδος των «άκαρπων» διαπραγματεύσεων

 

 Οι εκλογές οδήγησαν σε ένα αναμφίβολα κατακερματισμένο Bundestag(DerBundeswahlleiter, 2017). Τα δύο κόμματα που εναλλάσσονταν επί τριάντα χρόνια στην εξουσία σημείωσαν ιστορικά χαμηλά ποσοστά. Συγκρίνοντας με τις προηγούμενες ομοσπονδιακές εκλογές, η μείωση της εκλογικής δύναμης για το CDUέφτασε στο 8,6% , ενώ για το SPDστο 5,2 %. Η προηγούμενη αντιπολίτευση αποτελούμενη από το DieLinke(Η Αριστερά) και DieGrünen  (οι Πράσινοι) επωφελήθηκε ελάχιστα, εν αντιθέσει με το κόμμα των Φιλελευθέρων (FDP) και την AfD (αύξηση κατά 6% και 7,9% αντιστοίχως). Και τα δύο αυτά κόμματα εισέρχονται δυναμικά στο κοινοβούλιο με 80 και 94 έδρες αντίστοιχα αποσπώντας ψήφους διαμαρτυρίας.

 

 Η μεταστροφή των πολιτικών δεδομένων οδήγησε σε συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις καθώς το γερμανικό πολιτικό σύστημα λειτουργεί σύμφωνα με τη «λογική της ελάχιστης νικηφόρας συμμαχίας» (“minimumwinningcoalition”) του WilliamRiker(1962) που υποστηρίζει ότι μια κομματική συμμαχία πρέπει να συγκεντρώνει πάντα την πλειοψηφία για να θεωρείται «νικηφόρα» και να προκύψει μια αποτελεσματική σχέση κέρδους- χρήσης πόρων. Σε αυτήν την περίπτωση, όποιoκόμμα συμμετέχει στην συμμαχία θεωρείται απαραίτητο για την εκλογική νίκη, ενώ, αν έστω και ένα βρεθεί εκτός του σχήματος, η πλειοψηφία της συμμαχίας δεν θα είναι πια εγγυημένη. Επίσης, επιχειρείται και η συγκρότηση ελάχιστης δυνατής συμμαχίας, η οποία θα συγκεντρώνει περισσότερο από το 50% των εδρών. Και στις δύο περιπτώσεις, ο κάθε φορέας στοχεύει στη μεγιστοποίηση του κέρδους του. Εν τούτοις, απώτερος στόχος παραμένει η κατάκτηση της εξουσίας μέσω της συγκρότησης συμμαχιών (ή συνασπισμών) με τη συμμετοχή τόσων κομμάτων όσα είναι αναγκαία για την επίτευξη της ελάχιστης απαιτούμενης πλειοψηφίας (Riker, 1962).

 

 Με άξονα τη θεωρία των κυβερνητικών συμμαχιών στα πολυκομματικά συστήματα, γίνεται εμφανές ότι οι κυβερνητικές εναλλακτικές μετά τις τελευταίες γερμανικές εκλογές ήταν εξαρχής περιορισμένες. Κανένα κόμμα δε κατάφερε να συγκεντρώσει αυτοδύναμη πλειοψηφία. Οι δυνατές συμμαχικές κυβερνήσεις ήταν περιορισμένες και έπρεπε να διαθέτουν τουλάχιστον 355 από τις 709 έδρες : είτε ένας «μεγάλος συνασπισμός» (GroßeKoalition) αποτελούμενος από τα κόμματα CDU/CSUκαι SPDμε 399 έδρες είτε η λεγόμενη κυβέρνηση «Τζαμάικα» (με συνασπισμό των CDU/CSU, FDPκαι dieGrünen) με 393 έδρες. Διαφορετικές συμμαχικές κυβερνήσεις ήταν αδύνατον να προκύψουν καθώς όλα τα κόμματα είχαν αρνηθεί να συνεργαστούν με την AfD. Επιπρόσθετα, μια συμμαχία SPD, dieGrünenκαι dieLinke(με συνολικά 289 έδρες) θα συνιστούσε κυβέρνηση μειοψηφίας. Τόσο το CDU/CSUόσο και το FDPείχαν απορρίψει ρητά τη πιθανότητα συνεργασίας με το DieLinke, ενώ παράλληλα το SPDείχε ήδη ανακοινώσει ότι δεν θα συνεργαζόταν ξανά με τους Χριστιανοδημοκράτες. 

 

 Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι αρχικές διερευνητικές διαβουλεύσεις με στόχο τoσχηματισμό κυβέρνησης αποτελούμενη από την Χριστιανική Ένωση, τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους (κυβέρνηση «Τζαμάικα») κατέρρευσαν στις 19 Νοεμβρίου 2017, καθώς δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν σε ζητήματα νευραλγικής σημασίας, ιδίως την προσφυγική πολιτική και την προστασία του κλίματος. Μετά την αποτυχία του σχηματισμού της κυβέρνησης «Τζαμάικα», τα άλλα πιθανά σενάρια ήταν: η επιστροφή του Μεγάλου Συνασπισμού, μια κυβέρνηση μειοψηφίας (π.χ. των CDU/CSUκαι FDP), η συνεργασία με την AfD(αρκετά απίθανη δεδομένου ότι τα κόμματα είχαν τοποθετηθεί εξαρχής αρνητικά) ή η προκήρυξη νέων εκλογών. Η διάλυση του Bundestagκαι η προκήρυξη νέων εκλογών αποτελούσε ένα σενάριο με νομικά εμπόδια και δύσκολα πραγματοποιήσιμο. Παράλληλα, μια κυβέρνηση μειοψηφίας αποτελούμενη μόνο από την Χριστιανική Ένωση (ή σε συνεργασία με το FDP) ήταν επίσης προβληματική, καθώς ο ομοσπονδιακός Πρόεδρος Φραντς Σταιενμάγιερ μπορεί μεν να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης σε ένα κόμμα που δε διαθέτει την αυτοδυναμία στο Bundestag, αλλά σε αυτή την περίπτωση όπως και σε οποιαδήποτε μελλοντική ψηφοφορία στο Bundestagη κυβέρνηση μειοψηφίας θα εξαρτάται μονίμως από την υποστήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης:  έτσι, η κυβέρνηση θα πρέπει να διαπραγματεύεται την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για κάθε νομοθετικό κείμενο και μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή από μια πρόταση δυσπιστίας. Η συνηθισμένη και συχνά απαιτητή από τη πλευρά των πολιτών σταθερότητα του πολιτικού συστήματος δεν θα ήταν πια  εγγυημένη, επομένως εκλήφθηκε και αυτή ως μια ακόμα απορριπτέα πρόταση.

Read the rest of this entry »

Μια πολύ Ιταλική κρίση. Μια πρώτη εν θερμώ ανάλυση

Posted 29 5 18

Του Χρήστου Γραμμένου

Οι βουλευτικές εκλογές της Ιταλίας, στις 4 Μαρτίου 2018, ίσως φάνταζαν για πολλούς η πιο ενδεδειγμένη και δημοκρατική διέξοδος μετά από μια σειρά κυβερνήσεων που ‘’θυσιάστηκαν’’ στο βωμό της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη γειτονική χώρα. Η παραίτηση του Ματτέο Ρέντσι από την πρωθυπουργία μετά την δημοψηφισματική αποδοκιμασία της πρότασης του για συνταγματική αναθεώρηση οδήγησε στην αξιόλογη και επιτυχημένη κυβέρνηση Τζεντιλόνι που υπήρξε ο τελευταίος κρίκος μιας σειράς κυβερνήσεων που προέκυψαν από τις βουλευτικές εκλογές του 2013 και την μεταγενέστερη εσωκομματική ανατροπή του Ενρίκο Λέττα από τον Ματτέο Ρέντσι.

 

Η προσφυγή στις κάλπες ωστόσο έφερε την Ιταλία μπροστά σε μια νέα σειρά κρίσεων. Βέβαια, η μεταπολεμική πολιτική ζωή της χώρας, δεν χαρακτηριζόταν ποτέ από κυβερνητική σταθερότητα, ωστόσο τούτη είναι η πρώτη ίσως φορά που στην οικονομική και πολιτική κρίση προστίθεται και κρίση θεσμική. Δυο μήνες μετά την 4η Μαρτίου, οι διερευνητικές εντολές του Προέδρου Ματαρέλλα φάνηκε πως είχαν βρεί πρόσφορο έδαφος στον ‘’κιτρινο-πράσινο’’ συνασπισμό του πρώτου πολιτικού κόμματος σε ψήφους, του Κινήματος 5 Αστέρων (M5S) με επικεφαλής τον Λουίτζι ντι Μάιο και του πλειοψηφούντος κόμματος εντός του δεξιού συνασπισμού, της Λέγκας (Lega) του Ματτέο Σαλβίνι. Οι δύο επικεφαλής, Ντι Μάιο και  Σαλβίνι, προετοίμασαν το κυβερνητικό πρόγραμμα της ‘’κυβέρνησης της αλλαγής’’, όπως ονόμασαν την κυβερνητική συμμαχία τους, βρίσκοντας στο πρόσωπο του άγνωστου καθηγητή νομικής Κόντε το κατάλληλο πρόσωπο για τη θέση του Πρωθυπουργού.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 92 του Ιταλικού Συντάγματος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορίζει τον πρόεδρο του υπουργικού συμβουλίου (δηλαδή τον πρωθυπουργό) και στη συνέχεια, μετά από πρόταση του τελευταίου, τους υπουργούς της κυβέρνησης. Τούτη τη διάταξη χρησιμοποίησε ο Πρόεδρος Ματαρέλλα ώστε να αρνηθεί την τοποθέτηση του πανεπιστημιακού Πάολο Σαβόνα στο νευραλγικής σημασίας υπουργείο Οικονομικών. Ο αμφιλεγόμενος 82χρονος καθηγητής οικονομικών είναι υπέρμαχος ενός ‘’σχεδίου Β’’ με σκοπό την έξοδο της Ιταλίας από την Ευρωζώνη όπως εξηγεί στο βιβλίο του ‘’Σαν εφιάλτης, σαν όνειρο’’ . Οι θέσεις του σχετικά με την γερμανική πολιτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συμμετοχή στο κοινό νόμισμα προκάλεσαν ανησυχία και αβεβαιότητα στις αγορές αλλά και στην ιταλική κοινωνία, τουλάχιστον το φιλοευρωπαϊκό κομμάτι της. Για τον Σαβόνα «το ευρώ είναι ένας ζουρλομανδύας που κατασκευάστηκε στη Γερμανία» ενώ το Βερολίνο «δεν έχει αλλάξει την άποψή του για το ρόλο του στην Ευρώπη από την εποχή του Ναζισμού». Μπροστά στη δυσφορία του προέδρου Ματαρέλλα, ο Σαβόνα τοποθετήθηκε μέσω του διαδικτύου προβάλλοντας ένα φιλοευρωπαϊκό προφίλ, με προτάσεις για τη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων της ΕΚΤ, του Ευρωκοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ακόμα και για την ανάπτυξη μιας κοινής συνείδησης με ένα ευρωπαϊκό σχολείο προς την πολιτική ενοποίηση της Ευρώπης.

Read the rest of this entry »

Η Ελλάδα,το προσφυγικό και η Ευρώπη: μια ανεπίσημη ανάλυση του Γιάννη Μουζάλα στο Στρασβούργο

Posted 5 3 18

15 Φεβρουαρίου 2018

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Στρασβούργο, 

Του Γιάννη Σαπουντζή

 

Μεταξύ 12 και 16 Φεβρουαρίου, το Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου διοργάνωσε την «Ευρωπαϊκή Εβδομάδα» (Semaine européenne) στο κτήριο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στο Στρασβούργο. Στόχος της ήταν η εξοικείωση των φοιτητών του Πανεπιστημίου με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, συζητώντας για κρίσιμα θέματα της ευρωπαϊκής ατζέντας. Στη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, ακούσαμε παρεμβάσεις σε θέματα οικονομίας, φορολογίας, δικαιοσύνης, μετανάστευσης αλλά και συζητήσαμε για το μέλλον της Ευρώπης. Ανάμεσα στους ομιλητές ήταν ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας Μισέλ Σαπέν αλλά και ο (απελθών πλέον) υπουργός Μεταναστευτικής Πολιτικής της Ελλάδος, Γιάννης Μουζάλας. Η ομιλία του για τη μεταναστευτική κρίση ακριβώς επειδή έγινε σε σχετικά ελεύθερο πλαίσιο εξέφραζαν τόσο την επίσημη κυβερνητική πολιτική όσο και προσωπικές του απόψεις.

Ο κ. Μουζάλας, ξεκινώντας την ομιλία του, αναφέρθηκε στις μακροχρόνιες προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαμόρφωση κοινής μεταναστευτικής πολιτικής από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, οι οποίες δεν έχουν ευοδωθεί ουσιαστικά μέχρι και σήμερα. Η έλλειψη κοινής πολιτικής οδήγησε στην ανέτοιμη και κατά περιπτώσεις ακραία αντίδραση της Ευρώπης στην προσφυγική κρίση του 2015. Χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη κρίση ως τη μεγαλύτερη προσφυγική κρίση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και έδωσε μεγάλη έμφαση στους αριθμούς των προσφύγων που έφτασαν στην Ιταλία και την Ελλάδα, 300.000 και 1,2 εκατομμύρια αντίστοιχα, παραλληλίζοντάς την έμμεσα με το προσφυγικό του 1922 και εκφράζοντας την άποψη ότι η συγκεκριμένη συγκυρία ήταν ανέφικτο να αντιμετωπιστεί σε κρατικό επίπεδο και ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Τόνισε κατ’ επανάληψη τον αριθμό των προσφύγων που βρίσκονται κοντά  στην Ευρώπη, τα τρία εκατομμύρια στην Τουρκία, το ένα εκατομμύριο στο Λίβανο, το ένα εκατομμύριο στην Ιορδανία και το ένα στο Ιράκ. Οι συγκεκριμένοι αριθμοί αυξήθηκαν και οδήγησαν τους πρόσφυγες προς την Ευρώπη μετά την πτώση της Μουσούλης και την εξάπλωση του ISIS το 2015.

Read the rest of this entry »

Ο προϋπολογισμός της ΕΕ μετά το Brexit:δεδομένα, εξελίξεις κι εκτιμήσεις

Posted 26 2 18

του Γιώργου Ανδρέου

Σε τεχνικό επίπεδο, το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) εν όψει του Brexit εμφανίζεται ως η ανάγκη διευθέτησης των δημοσιονομικών υποχρεώσεων που δεσμεύουν το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ) ως μέλος της ΕΕ και αποτελεί μια μεταβατική εκκρεμότητα που τα δύο μέρη οφείλουν να διευθετήσουν άμεσα, προκειμένου, έως τα τέλη του Μαρτίου 2019, να οριστικοποιηθεί ο τερματισμός της ιδιότητας του ΗΒ: α) ως μέλους όλων των οργάνων και οργανισμών της ΕΕ (όπως λχ. της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων) και β) ως μέρους όλων των δημοσιονομικών πολιτικών και δράσεων της Ένωσης (ακόμα και αυτών που δεν εντάσσονται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό). Ωστόσο, αυτή η διάσταση του Brexit έχει τρεις διαφορετικές αλλά αλληλοσυνδεδεμένες πτυχές, καθώς θίγει παράλληλα:

α) το ζήτημα της δημοσιονομικής διευθέτησης μεταξύ ΕΕ και ΗΒ,

β) το ζήτημα των μελλοντικών δημοσιονομικών σχέσεων ΕΕ- ΗΒ και

γ) το μέλλον του προϋπολογισμού της ΕΕ συνολικά.

Τα βασικά δεδομένα και η ‘επί της αρχής’ δημοσιονομική διευθέτηση  ΕΕ - ΗΒ

Δύο είναι τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του προϋπολογισμού της ΕΕ: πρώτον, πρέπει να είναι πάντοτε ισοσκελισμένος και, δεύτερον, είναι ενταγμένος σε ένα δημοσιονομικό σύστημα δύο επιπέδων (ενός πολυετούς και ενός ετήσιου). Η υποχρέωση της ΕΕ να τηρεί πάντοτε ισοσκελισμένο προϋπολογισμό (και άρα η στέρηση της δυνατότητας δημιουργίας ελλειμμάτων), πέρα από τους προφανείς περιορισμούς που θέτει στην λειτουργία του ενωσιακού συστήματος, συνεπάγεται ότι το ύψος των δαπανών της Ένωσης εξαρτάται απόλυτα από το ύψος των εσόδων της. Το γεγονός ότι έσοδα και δαπάνες αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος έχει πολύ σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις τόσο για το Brexit όσο και για το μέλλον του ενωσιακού προϋπολογισμού.  Με άλλα λόγια, η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα δημιουργήσει προβλήματα στον προϋπολογισμό της ΕΕ τόσο από την πλευρά των εσόδων όσο και από την πλευρά των δαπανών.

Το δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό του κοινοτικού προϋπολογισμού είναι ότι τα έσοδα και τα έξοδα της Ένωσης διαμορφώνονται μέσω ενός συστήματος λήψης αποφάσεων που περιλαμβάνει έναν πολυετή κι έναν ετήσιο δημοσιονομικό κύκλο. Πιο συγκεκριμένα, από το 1988 και έπειτα, η ΕΕ διαθέτει ένα δημοσιονομικό σύστημα δύο επιπέδων (ή αλλιώς, δύο φάσεων): οι βασικοί άξονες της κοινοτικής δημοσιονομικής δράσης προσδιορίζονται σε έναν μεσοπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα με τη μορφή του Πολυετούς Δημοσιονομικού Πλαισίου (ΠΔΠ), ενώ η ακριβής κατανομή των δαπανών γίνεται στα πλαίσια της ετήσιας δημοσιονομικής διαδικασίας. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές διανύουμε το ΠΔΠ 2014-2020.

Read the rest of this entry »

Το άρθρο 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση: η αναστολή ιδιότητας τουμέλους ως ‘πυρηνικό’ όπλο ή ως άσφαιρα πυρά;

Posted 1 1 18

Του Γιάννη Παπαγεωργίου

Η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εισηγηθεί στο Συμβούλιο Υπουργών  την εφαρμογή του άρθρου 7 παράγραφος 1 της Συνθήκης κατά της Πολωνίας για παραβίαση του κράτους δικαίου, αποτελεί την πρώτη χρήση της διάταξης αυτής. Το παρόν σημείωμα εξηγεί συνοπτικά το περιεχόμενο και την ιστορία του άρθρου καθώς και τις περιπτώσεις που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Σε επόμενο σημείωμα θα εξετασθούν οι εξελίξεις στην Πολωνία και οι λόγοι που οδήγησαν την Επιτροπή στην απόφαση αυτή.

 

Ιστορικό

Το άρθρο 7 που προβλέπει κυρώσεις – που φθάνουν έως την αναστολή ιδιότητας ενός κράτους μέλους – για παραβίαση των δημοκρατικών αξιών της Ένωσης εισήχθη στην έννομη τάξη της ΕΕ με την Συνθήκη του Άμστερνταμ το 1997. Η ιδρυτική Συνθήκη της Ρώμης του 1957 αλλά και η Συνθήκη του Μάαστριχτ  του 1992 δεν περιελάμβαναν κάποια ρύθμιση για κυρώσεις σε κράτη μέλη για παραβιάσεις των δημοκρατικών αρχών: τα κράτη μέλη βασίζονταν στην σιωπηρή σμοιβαία αποδοχή ότι αποτελούσαν σταθερές δημοκρατίες με ισχυρούς θεσμούς και κράτος δικαίου που δεν χρειάζονταν ρήτρες δημοκρατίας.

Ωστόσο η συζήτηση για μια «δημοκρατική ρήτρα» στην δομή της Ένωσης προϋπήρχε της υιοθέτησης του άρθρου 7. Η ενίσχυση των αρμοδιοτήτων της Ε.Ε. και οι σταδιακές διευρύνσεις της ιδίως προς τις χώρες τις μεσογειακής Ευρώπης είχαν θέσει το ζήτημα της θέσπισης κάποιας μορφής κυρώσεων σε κράτη μέλη. Η πρώτη σχετική μνεία σε τέτοιες κυρώσεις έγινε στο Σχέδιο Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση  (Σχέδιο Σπινέλλι) που συνέταξε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 1984 (και που δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ). Το Σχέδιο Συνθήκης στο άρθρο 44 προέβλεπε ότι, σε περίπτωση σοβαρής και διαρκούς παραβίασης των δημοκρατικών αρχών και των θεμελιωδών δικαιωμάτων από ένα κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε τη δυνατότητα να του επιβάλει κυρώσεις που θα μπορούσαν να φθάσουν έως και στην αναστολή της συμμετοχής του στην Ένωση.

Κατά τη δεκαετία του 1990, η προοπτική των μεγάλης διεύρυνσης της Ένωσης προς Ανατολάς επανέφερε το θέμα των δημοκρατικών εγγυήσεων από τα υπό ένταξη κράτη. Για το σκοπό αυτό διαμορφώθηκαν σταδιακά τα λεγόμενα ‘Κριτήρια της Κοπεγχάγης’  που έθεταν την τήρηση των βασικών αξιών της Ένωσης ως προϋπόθεση για την ένταξή τους. Ωστόσο, τα κριτήρια ίσχυαν έως την ένταξη ενός υποψήφιου μέλους και δεν έλυναν το πρόβλημα δημοκρατικής εκτροπής σε χώρες που είχαν ήδη αποκτήσει καθεστώς μέλους. Η σχετική συζήτηση οδήγησε στην υιοθέτηση, με την Συνθήκη του Άμστερνταμ, ενός άρθρου για την παραβίαση των δημοκρατικών αξιών από ένα κράτος μέλος.

Το άρθρο 7, στην Συνθήκη του Άμστερνταμ, προέβλεπε, αρχικά, την διαπίστωση από τα λοιπά κράτη μέλη ότι ένα κράτος παραβίαζε με σοβαρό και διαρκή τρόπο τις δημοκρατικές αρχές (τις αρχές του σημερινού άρθρου 2 της Συνθήκης που προβλέπει ότι «Η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών»), και επέβαλε κυρώσεις που έφθαναν έως και την αναστολή της ιδιότητας του μέλους της ΕΕ.

Αν και ο πρόδηλος στόχος του ήταν να αντιμετωπίσει τυχόν δημοκρατική εκτροπή από τις νεοεισερχόμενες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η πρώτη φορά που έγινε λόγος για πιθανή χρήση του ήταν στην περίπτωση της Αυστρίας: το 2000, στην αυστριακή κυβέρνηση συνασπισμού μετέσχε, για πρώτη φορά, το ακροδεξιό Ελεύθερο Κόμμα της Αυστρίας (FPÖ). Η ΕΕ δυσανασχέτησε και έθεσε προς συζήτηση τη χρήση του άρθρου 7 έναντι της Αυστρίας. Ωστόσο, το άρθρο στην τότε μορφή του δεν περιελάμβανε την περίπτωση του σοβαρού κινδύνου παραβίασης των δημοκρατικών αρχών από ένα κράτος αλλά μόνο την διαπίστωση μιας παρούσας παραβίασης. Όμως στην Αυστρία δεν παραβιάζονταν οι δημοκρατικές αρχές από το γεγονός και μόνο της συμμετοχής ενός κόμματος στην κυβέρνηση, και άρα δεν υπήρχε νομική βάση για επίκληση του άρθρου 7. Τα περισσότερα κράτη της ΕΕ περιορίσθηκαν έτσι σε διμερείς – και εκτός των Συνθηκών – θεσμικού χαρακτήρα κυρώσεις (υποβάθμιση των επίσημων επισκέψεων, μη συμμετοχή με υπουργούς αλλά με πρέσβεις στα Συμβούλιο Υπουργών όπου ο Αυστριακός υπουργός προερχόταν από το FPÖ κλπ).

Η αυστριακή υπόθεση ανέδειξε, στην ΕΕ, την ανάγκη να διευρυνθεί το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου. Έτσι, με τη Συνθήκη της Νίκαιας το 2001, το κείμενο διευρύνθηκε ώστε να ώστε να καλύπτει και τον κίνδυνο παραβίασης των δημοκρατικών αρχών. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Συνέλευση για το Μέλλον της Ένωσης (2003-4) που προετοίμασε την Συνταγματική Συνθήκη που υιοθέτησε την επέκταση του άρθρου 7, τέθηκε και η πρόταση για αποπομπή ενός κράτους από την Ένωση ως έσχατο μέσο κύρωσης (σε αντιστάθμισμα και του δικαιώματος αποχώρησης από την Ένωση που εισήγαγε η Συνθήκη) αλλά τα κράτη μέλη απέφυγαν να δεχθούν το ενδεχόμενο αυτό.

Read the rest of this entry »

Το μετέωρο βήμα της Καταλονίας

Posted 20 10 17

Του Αλέξανδρου Μπουρδάνου

Οι σχέσεις της Καταλονίας, μιας από τις 17 αυτόνομες περιφέρειες που δομούν το ισπανικό κράτος, με τη Μαδρίτη και εν γένει με το ισπανικό κράτος υπήρξαν πάντοτε τεταμένες. Κατά την τελευταία περίοδο τα πρώτα σύννεφα στις σχέσεις Μαδρίτης και Βαρκελώνης εμφανίζονται με τις προσπάθειες για αναθεώρηση του Καταστατικού Χάρτη της Καταλονίας το 2006, ενώ η κρίση κορυφώθηκε μετά το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου. Ο τύπος και οι αναλύσεις ασχολούνται σε σημαντικό βαθμό με την πολιτική διάσταση της κρίσης. Αυτή ωστόσο δεν έχει μόνο πολιτικές παραμέτρους· ταυτόχρονα έχει και δύσκολες επιπτώσεις στον οικονομικό τομέα. Το παρόν άρθρο εξετάζει ακριβώς τις οικονομικές παραμέτρους της κρίσης που ξεκίνησε μετά από το χωριστικό δημοψήφισμα. 

Read the rest of this entry »

Ενός λεπτού ενότητα

Posted 10 9 17

 

του Χρήστου Γραμμένου

 

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις, στις 17 Αυγούστου, ισλαμιστών τζιχαντιστών στον πλέον πολυσύχναστο δρόμο της Καταλανικής πρωτεύουσας, της Ράμπλα, καθώς και στο τουριστικό θέρετρο Καμπρίλς ανέδειξαν εκ νέου τις εντάσεις μεταξύ του ισπανικού κράτους και της Καταλωνίας λίγες εβδομάδες πριν την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος που μονομερώς προκήρυξε η κυβέρνηση της Καταλωνίας για την ανεξαρτητοποίηση της περιφέρειας αυτής. το άρθρο αυτό εξετάζει τις επιπτώσεις των επιθέσεων στις σχέσεις Μαδρίτης-Βαρκελώνης και στο πλαίσιο της προσπάθειας απόσχισης της Καταλωνίας από την Ισπανία. 

Λίγες έχουν υπάρξει οι στιγμές που οι σχέσεις Μαδρίτης και Βαρκελώνης θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ανέφελες παρά την εκτεταμένη αυτονομία που διαθέτει σήμερα η Καταλωνία στο πλαίσιο του ισπανικού κράτους. Με το καθεστώς διευρυμένης αυτονομίας που της έχει παραχωρήσει το ισπανικό σύνταγμα του 1978, η περιφέρεια της Καταλωνίας, έχει αρμοδιότητες για τομείς όπως η αστυνόμευση, η υγεία, η εκπαίδευση, μέρος της άμεσης φορολογίας, ο πολιτισμός, ο τουρισμός κ.α. Η πολιτική και πολιτιστική αυτονομία της Καταλωνίας εντάσσεται στο γενικότερο οικοδόμημα της μεταφρανκικής Ισπανίας ως ‘’κράτους των Αυτονομιών’’. Το σύνταγμα του 1978 διαμόρφωσε μια νέα θεσμική πραγματικότητα στη χώρα που συνδυάζει στοιχεία διακυβέρνησης των μοντέλων του ενιαίου κράτους, περιφερειακής αποκέντρωσης αλλά και ομοσπονδιακά χαρακτηριστικά, με 17 αυτόνομες περιφέρειες και 2 αυτόνομες πόλεις. Έτσι, κάτω από τη συνταγματική διακήρυξη για την ενότητα του ισπανικού έθνους συνυπάρχει η πρόνοια για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του πολιτισμού, των παραδόσεων, των γλωσσών και τέλος των θεσμών των ‘’λαών’’ της Ισπανίας.

Μια από αυτές τις στιγμές ήταν η τήρηση ενός λεπτού σιγής την επομένη των επιθέσεων της 17ης Αυγούστου. Η εκδήλωση στη μνήμη των 16 θυμάτων των επιθέσεων στην Πλατεία της Καταλωνίας κατάφερε να συγκεντρώσει εν μέσω μεσογειακού θέρους τους μέχρι πρότινος άσπονδους ''εχθρούς'' στη διένεξη με διακύβευμα το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου για την ανεξαρτησία της Καταλωνίας. Σύμφωνα με την Καταλανική κυβέρνηση (Zενεραλιτάτ) το δημοψήφισμα αυτό θα έχει δεσμευτική ισχύ σε αντίθεση με την με παρόμοιο αντικείμενο «συμβουλευτική ψηφοφορία» του 2014, γεγονός που ανησυχεί ιδιαίτερα τη Μαδρίτη, η οποία και εναντιώνεται σφοδρά τόσο σε επίπεδο εκτελεστικής όσο και σε επίπεδο δικαστικής εξουσίας. Παρά την κήρυξη του δημοψηφίσματος ως αντισυνταγματικού απο το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ισπανίας, οι εμπνευστές του δείχνουν ανυποχώρητοι. Όμως, μπροστά στη τζιχαντιστική βαναυσότητα, ο βασιλιάς Φίλιππος ο 6ος, ο πρωθυπουργός της Ισπανίας Μαριάνο Ραχόι και άλλα μέλη της κεντρικής κυβέρνησης κήρυξαν μια ιδιότυπη ανακωχή με τον πρόεδρο της Τζενεραλιτάτ Κάρλες Πουιτζεμόντ (Carles Puigdemont) και τη δήμαρχο της Βαρκελώνης Άντα Κολάου, υπέρμαχους και τους δύο της ανεξαρτησίας.

Read the rest of this entry »

The situation in Crimea following the Russian Annexation

Posted 15 8 17

 By Georgios Mavrodimitrakis

This paper examines the situation in Crimea after its annexation by the Russian Federation following the illegal referendum of 2014 and makes assumptions over its future.

Since 2014, Crimea has undergone dramatic changes. Russia’s control over the territory has become absolute despite the clear violation of international law and of several bilateral and multilateral treaties (among them the Great Ukrainian- Russian Treaty of 1997 and the Budapest Memorandum of 1994), whereby Russia became one of the guarantors of Ukraine’s independence and territorial integrity. 

Read the rest of this entry »