Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Βαλτικές χώρες-Ρωσία: Ένα οριστικό διαζύγιο;

Posted 16 10 16

Του Γιώργου Μαυροδημητράκη

 

Οι σχέσεις της Ρωσίας με τις Βαλτικές χώρες (την Εσθονία, Λετονία και Λιθουανία) ήταν πάντα τεταμένες τόσο λόγω της κατοχής των χωρών αυτών από τη Σοβιετική Ένωση μέχρι το 1991 όσο και των εντάσεων μεταξύ αυτών και της Ρωσίας μετά την ανεξαρτησία τους. Αν και οι Βαλτικές χώρες έκαναν, ήδη από την ανεξαρτησία τους, ξεκάθαρη την πρόθεσή τους να στραφούν προς την Ευρώπη, με την ένταξή τους αρχικά στο Συμβούλιο της Ευρώπης και αργότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, η πρόσφατη τοποθέτηση από τη Ρωσία πυραυλικών συστημάτων ικανών να χρησιμοποιήσουν πυρηνικά στο θύλακα του Καλίνινγκραντ, με το Βίλνιους, το Ταλίν, τη Ρίγα ακόμα και το Βερολίνο εντός βεληνεκούς, φανερώνει πως η ίδια συνεχίζει να θεωρεί την Βαλτική ζωτικό της χώρο και προσπαθεί να αναδειχθεί ξανά ως κραταιά και παγκόσμια δύναμη.

Η Ρωσία, ιδίως μετά την άνοδο του Βλάντιμιρ Πούτιν στην εξουσία το 2000, άρχισε να εντείνει τις αξιώσεις της σε αυτό που θεωρούσε ως χώρο ιστορικής επιρροής της, το λεγόμενο ‘εγγύς εξωτερικό’ (near abroad) δηλαδή τις χώρες που ανήκαν στην πρώην ΕΣΣΔ. Η επιδίωξη αποκατάστασης της δύναμης και του γοήτρου της ηττημένης στον Ψυχρό Πόλεμο Ρωσίας, έδωσε στο Ρώσο πρόεδρο την αφορμή να παρεμβαίνει σε εσωτερικά ζητήματα χωρών που θεωρούσε ως ιστορικά εξαρτημένες από τη Ρωσία. Η πρώτη τέτοια επέμβαση της Ρωσίας σε άλλη χώρα, έγινε στη Γεωργία: με ρωσική στήριξη, οι περιφέρειες της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσσετίας ανακηρύχθηκαν de facto ανεξάρτητες το 2008, με τη Ρωσία να είναι η πρώτη και μόνη χώρα που αναγνωρίζει την ανεξαρτησία τους. Έξι χρόνια αργότερα η Ρωσία παρενέβη  ξανά και άμεσα στα εσωτερικά της Ουκρανίας σε έναν άτυπο πόλεμο με στρατιώτες χωρίς εθνόσημο, που αναζωπύρωσε έναν εμφύλιο μεταξύ φιλοκυβερνητικών και αποσχιστικών φιλορωσικών δυνάμεων και κατέληξε σε ένα παράτυπο δημοψήφισμα για την ένωση της Κριμαίας με τη Ρωσία.

 

Τα γεγονότα αυτά καθώς και οι πρόσφατες δηλώσεις του Ρεπουμπλικάνου υποψήφιου προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τράμπ, πως οι ΗΠΑ δεν πρέπει να εμπλακούν σε τυχόν ρωσική επίθεση στην περιοχή θορύβησαν τις Βαλτικές χώρες που φοβούνται πως θα είναι ο επόμενος στόχος του ρωσικού επεκτατισμού. Άμεσα καταδίκασαν, τόσο την παράνομη προσάρτηση της Κριμαίας όσο και τις «απαράδεκτες» σύμφωνα με κρατικούς αξιωματούχους, δηλώσεις του Ντ. Τράμπ, ενώ εντατικοποίησαν τις στρατιωτικές ασκήσεις στα εδάφη τους με τη συμβολή του ΝΑΤΟ. Για τις Βαλτικές χώρες ο ρωσικός κίνδυνος ήταν πάντοτε και είναι ακόμα και σήμερα παρών. Οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου και των χωρικών υδάτων των κρατών αυτών, ιδιαίτερα της Εσθονίας και της Λετονίας, από τη Ρωσία αποτελούν μόνιμη πραγματικότητα. Το 2007 η Εσθονία εν μέσω κοινωνικού αναβρασμού λόγω της μετακίνησης ενός αγάλματος- συμβόλου της Σοβιετικής Ένωσης, δέχθηκε επίθεση κυβερνο-επίθεση από χάκερ με αποτέλεσμα να πέσουν όλες οι κρατικές σελίδες, με όλα τα στοιχεία να δείχνουν εμπλοκή της Ρωσίας, κάτι που η ίδια αρνείται. Ένα άλλο γεγονός που θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χωρών αυτών είναι οι μεγάλες ρωσικές και ρωσόφωνες μειονότητες στα εδάφη τους που προήλθαν κυρίως από την ανακατανομή με εποικισμό πληθυσμών στη Σοβιετική Ένωση. Είναι χαρακτηριστικό πως Λετονία και Εσθονία έχουν ρωσικές μειονότητες που ξεπερνούν το 25% του πληθυσμού. Στην πόλη Νάρβα της Εσθονίας οι Ρώσοι αποτελούν το 96% του πληθυσμού, κάτι που όχι μόνο αναστατώνει τους Εσθονούς που φοβούνται αποσταθεροποίηση της περιοχής αλλά κυρίως δίνει την αφορμή στη ρωσική πλευρά να κατηγορεί συχνά τις ηγεσίες των συγκεκριμένων κρατών για παραβίαση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων παρά τις πολλές ευνοϊκές ρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί.

 

Την ίδια στιγμή, η Ρωσία χρησιμοποιώντας μεθόδους ήπιας πολιτικής επιρροής (soft power) κάνει αισθητή την παρουσία της στο διαδίκτυο με πολλές φιλορωσικές σελίδες οι οποίες ελέγχονται από τη ρωσική ηγεσία και έχουν στόχο τη «διάδοση  και προώθηση του ρωσικού πολιτισμού στις Βαλτικές χώρες». Είναι προφανές ότι με αυτό τον τρόπο η Ρωσία διατηρεί διάυλους επικοινωνίας με τις ρωσικές μειονότητες για την παροχή πληροφοριών και προπαγανδιστικού υλικού. Ταυτόχρονα στην τηλεόραση εκπέμπουν ρωσικά κανάλια και κυκλοφορούν εφημερίδες ειδικά για τις μειονότητες που κάποιες φορές, όπως το φιλορωσικό κανάλι RTR Planeta στη Λιθουανία, έπαψε να εκπέμπει λόγω παραβίασης της νομοθεσίας περί προπαγάνδας και λόγων μίσους το 2015.   Κύρια όμως όργανα επιβολής της ρωσικής πολιτικής βούλησης είναι διάφορες μη κυβερνητικές οργανώσεις που σχεδόν πάντα ελέγχονται από τον ρωσικό παράγοντα και παρεμβαίνουν στα εσωτερικά των βαλτικών χωρών. Το 2010 για παράδειγμα ο δήμαρχος του Ταλίν Edgar Savisaar κατηγορήθηκε ως ρωσικός πράκτορας γιατί λάμβανε χρηματοδότηση από μια ΜΚΟ που συνδέονταν με μεγάλα ρωσικά οικονομικά συμφέροντα. Επίσης άλλη μια ΜΚΟ, το Ρωσικό Σχολείο της Εσθονίας (Russian School of Estonia), που δημιουργήθηκε για την διατήρηση της γλώσσας και της κουλτούρας των ρωσικών μειονοτήτων της χώρας έχει πολλές φορές οργανώσει διαμαρτυρίες με πρόσχημα την παραβίαση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων στη χώρα για να πιέσει την τοπική κυβέρνηση. Είναι προφανές πως ο φόβος των βαλτικών χωρών για τη Ρωσία δεν είναι αδικαιολόγητος.

 

Επίσης η Ρωσία προσδοκά να αυξήσει την επιρροή της μέσω μεγάλων επενδύσεων από ρωσικές εταιρίες στις χώρες αυτές. Ιδιαίτερα στην ενέργεια και στις τηλεπικοινωνίες έχουν πραγματοποιηθεί μεγάλες επενδύσεις. Ωστόσο παρά τις προσπάθειες αυτές είναι γεγονός ότι με τη ένταξή τους στην ΕΕ, οι Βαλτικές χώρες έχουν περιορίσει στο ελάχιστο τις οικονομικές τους δραστηριότητες με τη Ρωσία. Συγκεκριμένα έχουν ανοιχτεί στις ευρωπαϊκές αγορές με αποτέλεσμα το εμπόριο με τη Ρωσία να αφορά περίπου το 10-15% του συνολικού εμπορίου τους.

 

Είναι φανερό ότι η Ρωσία αρνείται να αποδεχθεί την ένταξη των Βαλτικών χωρών στη Δύση. Ωστόσο, οι χώρες είναι πλέον μέλη της ΕΕ και κυρίως του ΝΑΤΟ, γεγονός που τους επιτρέπει να ακολουθήσουν δική τους πολιτική. Άλλωστε σύμφωνα με πολλές σφυγμομετρήσεις, οι προσπάθειες εμπλοκής της Ρωσίας προκαλεί αρνητικές εντυπώσεις ακόμα και στις ρωσικές μειονότητες με αποτέλεσμα να ενισχύεται το εθνικό αίσθημα και να συσπειρώνονται περισσότερο στην σημερινή τους ταυτότητα. Η επιμονή της Ρωσίας αλλά και οι μέθοδοι που ακολουθεί θα έχουν τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που προσδοκά, τόσο στις Βαλτικές κυρίως στη διεθνή σκηνή, εγκλωβίζοντάς την στο ρόλο της ισχυρής αλλά ασταθούς περιφερειακής δύναμης και όχι ως κύριο συνδιαμορφωτή της παγκόσμιας πολιτικής.