Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Η εκλογή νέου προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – μια καμπή στην ευρωπαϊκή πολιτική;

Posted 21 10 16

Σημείωμα της συντακτικής ομάδας 

 

Τον Ιανουάριο του 2017 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα κληθεί να εκλέξει τον νέο του πρόεδρο. Η σχετικά τυπική και δευτερεύουσας σημασίας αυτή διαδικασία που συνήθως δεν ενδιαφέρει περισσότερους από τους άμεσα εμπλεκόμενους και τον στενό κύκλο της Βρυξελλών αυτή τη φορά ενδεχομένως να σηματοδοτήσει το μέλλον του θεσμού και, ευρύτερα, της ευρωπαϊκής ενοποίησης. 

Σύμφωνα με τον κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο πρόεδρος εκλέγεται από την ολομέλεια του Κοινοβουλίου για 2 ½ έτη. Μετά τις ευρω-εκλογές του Μαίου 2014, πρόεδρος (επαν)εξελέγη ο Σοσιαλιστής Μάρτιν Σουλτς, η θητεία του οποίου λήγει στο τέλος του έτους. Ο κ. Σουλτς διανύει ήδη τη δεύτερη θητεία του (υπήρξε πρόεδρος και κατά το δεύτερο ήμισυ της προηγούμενης κοινοβουλευτικής θητείας 2009-14). Αν και ο κανονισμός δεν θέτει όριο στον αριθμό των θητειών ενός προέδρου, ο κ. Σουλτς είναι ο μόνος πρόεδρος μετά το 1979 που έχει εκλεγεί για δεύτερη θητεία.

 

Σύμφωνα με άτυπη συμφωνία μεταξύ των μεγάλων πολιτικών ομάδων, στην θέση του προέδρου εναλλάσσονταν – συνήθως, υπήρξαν και εξαιρέσεις[1]- ένας εκπρόσωπος από την ομάδα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (των Χριστιανοδημοκρατών - ΕΛΚ) και ένας από την ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών (S&D - ΕΣΚ) στο πλαίσιο ενός συναινετικού καταμερισμού των θέσεων (του προεδρείου αλλά και των άλλων προεδριών σε επιτροπές και αντιπροσωπείες) ανάμεσα στις διάφορες πολιτικές ομάδες[2]. Η πρακτική ήταν ότι συνήθως στο πρώτο ήμισυ εκλεγόταν πρόεδρος από τη μεγαλύτερη ομάδα και στο δεύτερο από την δεύτερη.

 

Ο κ. Σουλτς, μέχρι τότε επικεφαλής της ομάδας των Σοσιαλιστών, εκλέχτηκε πρόεδρος το 2012, διαδεχόμενος τον χριστιανοδημοκράτη Γέρζυ Μπούζεκ, ως εκπρόσωπος της δεύτερης μεγαλύτερης ομάδας. Αντικειμενικά, ως πρόεδρος υπήρξε εξαιρετικά δραστήριος και είχε εξαιρετικά έντονη διεθνή και πολιτική παρουσία, αναδεικνύοντας τις προτεραιότητες και τον ρόλο του Κοινοβουλίου, ιδίως στο πλαίσιο της κρίσης της ευρωζώνης. Ήταν αυτός που κατεξοχήν προώθησε τον θεσμό των Spitzenkandidaten, την σύνδεση δηλαδή των ευρωεκλογών με το πρόσωπο του προέδρου της Επιτροπής το 2014, και πέτυχε να είναι ο υποψήφιος των Σοσιαλιστών για τη θέση του προέδρου της Επιτροπής. Όταν το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα κέρδισε τις ευρωεκλογές με υποψήφιο τον Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, αποδέχθηκε το αποτέλεσμα και – θεσμικά πλέον – υποστήριξε, μαζί με τις άλλες ομάδες του ΕΚ, την υποψηφιότητα του τελευταίου για τη θέση του προέδρου. Σε αντάλλαγμα, και παρότι το ΕΣΚ ήρθε δεύτερο κόμμα στις ευρωεκλογές, ο κ. Σουλτς και οι σοσιαλιστές ζήτησαν, για την υποστήριξη του κ. Γιουνκέρ στη θέση του προέδρου της Επιτροπής, να παραμείνει ο κ. Σουλτς πρόεδρος του ΕΚ για το πρώτο ήμισυ της θητείας (με επιχείρημα ότι αλλιώς όλοι οι πρόεδροι της ΕΕ – στην Επιτροπή, το Συμβούλιο και το ΕΚ -  θα προέρχονταν από το ΕΛΚ). Τούτο έγινε δεκτό παρότι μέσα στο ΕΚ ο κ. Σουλτς έχει αρκετούς αντιπάλους. Η συμφωνία αυτή – που υπογράφηκε από τους χριστιανοδημοκράτες και τους σοσιαλιστές - προέβλεπε ότι στο δεύτερο ήμισυ της θητείας του ΕΚ, την προεδρία θα αναλάμβανε ένας χριστιανοδημοκράτης.

 

Ο κ. Σουλτς κατά τη διάρκεια της θητείας του έχει διαφοροποιηθεί σε πολλά θέματα από τις παραδοσιακές θέσεις των Σοσιαλιστών επιδιώκοντας τόσο την προσωπική του προβολή αλλά και διεκδικώντας ένα διακεκριμένο ρόλο στα τεκταινόμενα στην Ένωση. Πρός τούτο προβάλλει, μεταξύ άλλων, και την (εικαζόμενη) στενή του σχέση με την κ. Μέρκελ, τονίζοντας την ανάγκη το ΕΚ να έχει έναν ισχυρό πρόεδρο στις κρίσιμες εποχές που διέρχεται η Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό έχει ξεκινήσει, άτυπα προς το παρόν, εκστρατεία για την (τρίτη) επανεκλογή του με μια σειρά επιχειρημάτων (εκ νέου ότι το ΕΛΚ θα  έχει το μονοπώλιο των μεγάλων θέσεων στην ΕΕ, ότι ο ίδιος είναι γνωστός πλέον στους πολίτες που τον ταυτίζουν με το Κοινοβούλιο, ενώ προς τους σοσιαλιστές επισείει το ενδεχόμενο, να επανέλθει, αν δεν επανεκλεγεί, στην προεδρία των Σοσιαλιστών).

 

Παρότι κανείς στο ΕΚ δεν επιθυμεί ιδιαίτερα την τρίτη επανεκλογή του κ. Σουλτς (κάποιοι στους διαδρόμους του ΕΚ του έχουν δώσει το προσωνύμιο Κιμ Ιλ Σουλτς), το ΕΛΚ δεν έχει προτείνει προς το παρόν κάποια σοβαρή προσωπικότητα για τη θέση του προέδρου (ιδίως σε μια περίοδο σοβαρής κρίσης για την Ένωση). Τα ονόματα που κυκλοφορούν (ο Μάρκους Βέμπερ, πρόεδρος της ομάδας του ΕΛΚ σήμερα, ο Αντόνιο Ταγιάνι, παλιός επίτροπος και αντιπρόεδρος του ΕΚ σήμερα ή ο Αλαίν Λαμασούρ) δεν είναι ιδιαίτερα γνωστά.

 

Ωστόσο ο κ. Σούλτς δεν περιορίζεται στο να κάνει καμπάνια μέσα στο Κοινοβούλιο. Αντίθετα, οι κύριοι υποστηρικτές του βρίσκονται έξω από αυτό. Ο χριστιανοδημοκράτης κ. Γιούνκερ έχει ήδη δηλώσει επίσημα ότι θα ήταν καλό για την Ένωση να υπάρχει σταθερότητα στην ηγεσία της Ένωσης στην παρούσα φάση, αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι η επανεκλογή Σουλτς θα τον ικανοποιούσε προσωπικά.  Για τον κ. Γιούνκερ, η συνεργασία με τον κ. Σουλτς (και η δυνατότητα του τελευταίου να καθοδηγεί την ομάδα των Σοσιαλιστών) του επιτρέπει να διαθέτει στο ΕΚ μια αρκετά σταθερή πλειοψηφία ώστε να προωθεί την απρόσκοπτη υιοθέτηση των αναγκαίων νομοθετημάτων, κάτι που οι προκάτοχοί του δυσκολεύονταν να πετύχουν. Και αρκετοί εθνικοί πολιτικοί ηγέτες, με πρώτη την κ. Μέρκελ, τον Φρανσουά Ολαντ, αλλά και τον δικό μας πρωθυπουργό, δεν θα έβλεπαν με κακό μάτι την παραμονή του κ. Σουλτς στη θέση του – για διαφορετικούς λόγους ο καθένας: η κ. Μέρκελ για να μην τον έχει αντίπαλο σε μια μελλοντική προεκλογική εκστρατεία στη Γερμανία (παρότι ο κ. Σουλτς δεν είναι ιδιαίτερα αρεστός στους Γερμανούς σοσιαλδημοκράτες), ο κ. Ολλάντ γιατί είναι σοσιαλιστής και ο κ. Τσίπρας επειδή θεωρεί ότι με αυτόν στο τιμόνι του ΕΚ το τελευταίο θα συντάσσεται ευκολότερα με τις ελληνικές θέσεις για το χρέος και την αλλαγή των ισχυουσών πολιτικών της Ένωσης.

 

Ωστόσο, η επανεκλογή αυτή προσκρούει στην άρνηση των χριστιανοδημοκρατών στο Κοινοβούλιο. Οι ηγεσία τους διατείνονται ότι ο Σούλτς πρέπει να τηρήσει τη συμφωνία μεταξύ τους και ότι ήδη είχαν υποχωρήσει μια φορά παραχωρώντας, κατά παρέκκλιση των ειωθότων, την προεδρία στον κ. Σούλτς. Θεωρούν απαράδεκτη την προσπάθειά του να διατηρήσει τη θέση του – ιδίως καθότι ο πρόεδρος του ΕΚ στη δεύτερη αυτή περίοδο θα προεδρεύει του ΕΚ σε κρίσιμη πολιτικά περίοδο, όπως οι συζητήσεις για το Brexit  και η προετοιμασία των εκλογών του 2019, κατά την οποία το Κοινοβούλιο θα βρεθεί στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Αν η επιλογή παρέμενε αποκλειστικά μεταξύ των ευρωβουλευτών, η επανεκλογή Σούλτς θα αποκλειόταν. Υπάρχει ωστόσο ο αστάθμητος παράγοντας της πίεσης των εθνικών ηγεσιών.

 

Όταν οι εθνικές ηγεσίες επεμβαίνουν για  κρίσιμα ζητήματα της Ένωσης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παρά τις περήφανες τοποθετήσεις του σε διάφορα θεσμικά και πολιτικά θέματα της Ένωσης, υποχωρεί σχεδόν πάντα στο πλαίσιο ενός πολιτικού ‘ρεαλισμού’. Το 1986, μετά την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το ΕΚ, παρότι αρχικά την καταδίκασε γιατί δεν κάλυπτε τις ελάχιστες προϋποθέσεις που είχε θέσει με το Σχέδιο Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενέδωσε εν τέλει στις πιέσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας. Το 1994 υπερψήφισε την διεύρυνση προς Αυστρία, Σουηδία και Φινλανδία, αφού ο Καγκελάριος Κολ και ο Ισπανός πρωθυπουργός Φ. Γκονζάλεθ το επέβαλαν στους Γερμανούς χριστιανοδημοκράτες και Ισπανούς σοσιαλιστές ευρωβουλευτές αντίστοιχα. Αντίστοιχο φαινόμενο είχαμε και το 2007 όταν η Γαλλία, ιδίως, επέβαλε την διεύρυνση προς Βουλγαρία και Ρουμανία που η πλειοψηφία του Κοινοβουλίου δεν επιθυμούσε. Σε κάποιο βαθμό βέβαια τούτο είναι κατανοητό και εν τέλει δημοκρατικό: οι ευρωβουλευτές εκλέγονται με κάποιο εθνικό πολιτικό κόμμα σε εθνικές εκλογικές περιφέρειες, είναι λογικό λοιπόν να υπάρχει σχέση, ακόμα και συμφωνία, με τα εθνικά τους κόμματα. Ωστόσο ποτέ μέχρι τώρα δεν υπήρξε παρέμβαση των εθνικών κομμάτων και ηγεσιών στα λεγόμενα interna corpora, τα εσωτερικά ζητήματα του ΕΚ. Μια άνωθεν επιβολή ενός υποψηφίου προέδρου θα αποτελέσει βαρύ πλήγμα για την ανεξαρτησία του ΕΚ, ως θεσμού της ΕΕ, και θα θέσει εκ νέου ερωτηματικά ως προς την χρησιμότητά του σε μια Ένωση που αμφισβητείται από πολίτες και ομάδες.

 

Η επιλογή των υποψηφίων προέδρων θα γίνει από τις πολιτικές ομάδες του ΕΚ τον Δεκέμβριο και η εκλογή στην ολομέλεια του Ιανουαρίου 2017. Η τυχόν εντονότερη πίεση των εθνικών ηγετών, κυρίως της κ. Μέρκελ, θέτει σοβαρά διλήμματα ιδίως για το ΕΛΚ. Το 2014 ο κ. Σούλτς εξελέγη χωρίς χριστιανοδημοκράτη ανθυποψήφιο γιατί το ΕΛΚ, όπως αναφέρθηκε, συντάχθηκε εξ αρχής μαζί του. Είναι δύσκολο να σκεφθεί κανείς ότι οι χριστιανοδημοκράτες δεν θα κατεβάσουν κάποιον υποψήφιο για τη θέση αυτή – τούτο θα ισοδυναμεί με απόλυτη αναίρεση της αυτοτέλειάς τους. Εξίσου δύσκολο είναι να φαντασθούμε ότι θα υπάρξει ένας συμβολικός χριστιανοδημοκράτης υποψήφιος που θα θυσιασθεί για την τιμή των όπλων. Ακόμα πιο επικίνδυνο για τον θεσμό είναι η δημόσια αναίρεση της αυτοτέλειας του ΕΚ από την εξωτερική επιβολή του κ. Σουλτς. Αμφίβολο είναι επίσης πώς θα αντιμετωπίσουν την έξωθεν πίεση οι διάφορες άλλες ομάδες, ιδίως οι Φιλελεύθεροι που ανήκουν και αυτοί στην λεγόμενη «προεδρική» (του Γιούνκερ) πλειοψηφία στο ΕΚ και που έχουν μια άλλη ισχυρή πολιτική υποψηφιότητα, αυτή του Γκυ Φερχόφτσαντ. Είναι πιθανό ότι τις άγιες ημέρες των Χριστουγέννων οι κρύες Βρυξέλλες θα βράζουν από καθόλου άγιες διαπραγματεύσεις.



[1] . Η πρώτη πρόεδρος του άμεσα εκλεγμένου ΕΚ, Σιμόν Βέιλ, ανήκε στους φιλελεύθερους αν και εκλέχθηκε περισσότερο ως προσωπικότητα και λιγότερο κομματικά. Το 1987, εκλέχθηκε ένας Βρετανός Συντηρητικός, ο Λόρδος Πλαμπ που ανήκε στην ομάδα των Ευρωπαίων Δημοκρατών. Επίσης, το 2002 η συνεργασία των 2 μεγάλων κομμάτων έσπασε και υπήρξε συνασπισμός της κεντροδεξιάς (ΕΛΚ, Φιλελεύθερων και Συντηρητικών) που επέτρεψε τον παραγκωνισμό του σοσιαλιστή υποψήφιου προς όφελος του Ιρλανδού Φιλελεύθερου Πατ Κοξ.

[2] . Η πρακτική είναι ότι στο ξεκίνημα κάθε κοινοβουλευτικής θητείας γίνεται μια κατανομή βάσει της μεθόδου D’Hondt  μεταξύ όλων των ομάδων για όλες τις θέσεις προέδρων, αντιπροέδρων κλπ. Η πρακτική αυτή επιτρέπει σε όλες τις πολιτικές ομάδες (και ταυτόχρονα σε όλες τις εθνικότητες μέσα σε κάθε ομάδα) να έχουν μια παρουσία στα πολιτικά όργανα του Κοινοβουλίου και ταυτόχρονα ενισχύει την κουλτούρα συναίνεσης μέσα στο Ε.Κ. Ωστόσο, παρά την άτυπη κατανομή, απαιτείται να ψηφίζουν για τις θέσεις αυτές οι βουλευτές κάτι που οδήγησε στην καταψήφιση εκπροσώπων κάποιων ακραίων πολιτικών ομάδων παρά την σχετική συμφωνία.