Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Κινδυνεύει η ελευθερία του τύπου στην Τουρκία;

Posted 25 4 16

Της Στεργιανής Νίκου

 

Με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις στη γείτονα χώρα, όπου πριν λίγες εβδομάδες η μεγάλη εφημερίδα Zaman έκλεισε με απόφαση της κυβέρνησης, επανέρχεται στο προσκήνιο για ακόμη μία φορά το ζήτημα της φίμωσης της ελευθερίας του τύπου στον κόσμο γενικά, και στην Τουρκία ειδικότερα. 

Βέβαια η περίπτωση της Zaman, της μεγαλύτερης εφημερίδας της Τουρκίας η οποία τέθηκε υπό τον έλεγχο των τουρκικών αρχών, αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου στη χώρα αυτή: ήρθε σε συνέχεια άλλων αντίστοιχων συμπεριφορών του Τούρκου προέδρου Ρετσέπ Ταγί Ερντογάν όπως το κλείσιμο της εταιρίας ΜΜΕ Koza Ipek Holding και των συστηματικών προσπαθειών της κυβέρνησης τα τελευταία χρόνια, που προσπαθεί να ελέγχει τον τύπο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ενώ  παραβιάζει  θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα. Η στάση του προέδρου Ερντογάν, για το θέμα αυτό, και οι δηλώσεις-απειλές τροφοδοτούν τις συζητήσεις για την κατάσταση στην Τουρκία και επαναφέρουν το βασικό ερώτημα: υπάρχει τελικά  ελευθερία του τύπου στην Τουρκία;

Ας δούμε, αρχικά, πώς οικοδομήθηκε η κυριαρχία της σημερινής κυβέρνησης. Το 2003 η Τουρκία άλλαξε σελίδα, πολιτικά,  με την εκλογή στην πρωθυπουργία του Ρετζέπ Ταγίπ  Ερντογάν, επικεφαλής του AKP, ενός συντηρητικού, ισλαμικού κόμματος που έχει ως στόχο την αλλαγή του κυρίαρχου μέχρι τότε κεμαλικού και κοσμικού μοντέλου της χώρας. Η κυβέρνηση Ερντογάν ανήλθε στην εξουσία μετά την οικονομική κρίση του 2001, με ένα μήνυμα ανανέωσης της κοινωνίας, στηρίζοντας ταυτόχρονα την φιλελευθεροποίηση της οικονομίας αλλά και την παρουσία του κράτους στην οικονομία. Στην πράξη διέλυσε το προγενέστερο πολιτικό σύστημα και κυριάρχησε όχι μόνο στη θρησκευτική δεξιά αλλά και στο πολιτικό κέντρο. Η χώρα δεν διαθέτει πλέον ισχυρή εργατική ή σοσιαλδημοκρατική αντιπολίτευση, και το πολιτικό κενό  που δημιουργήθηκε  καλύφθηκε από το AKP, με το συντηρητικό και  λαϊκιστικό του λόγο. Ο Ερντογάν κατάφερε να εκμεταλλευτεί την οργή του κόσμου προς το πολιτικοοικονομικό κατεστημένο. Πρόβαλε τον εαυτό του αλλά και τους συνοδοιπόρους του ως τα «παιδιά του λαού», της μιλέτ, του τουρκικού-ισλαμικού έθνους, που διεκδικούσαν την κυβέρνηση  και την εξουσία από τους «δυτικόφρονες», την κεμαλική γραφειοκρατική ελίτ που δεν μπορούσε πια να εκπροσωπήσει τους πολίτες. Έτσι λοιπόν από το 2003 έως και το 2013, με έμφαση στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας ιδίως μέσω του κατασκευαστικού τομέα, κατάφερε να καταστήσει το κόμμα του ως το μοναδικό ισχυρό παίκτη του πολιτικού σκηνικού, έχοντας απέναντί του μία ανίσχυρη και απονομιμοποιημένη   αντιπολίτευση.  

Το 2013 ξέσπασε η εξέγερση του πάρκου Γκεζί, στην Κωνσταντινούπολη, που αποτελεί μία καμπή στην σύγχρονη τουρκική ιστορία. Στις αρχές του 2013 ανακοινώθηκε η μετατροπή του πάρκου αυτού σε εμπορικό και ψυχαγωγικό κέντρο, γρήγορα όμως ξεκίνησαν οι αντιδράσεις προς τα σχέδια της κυβέρνησης. Μέσω των λαϊκών διαμαρτυριών για το Γκεζί δόθηκε η δυνατότητα στους πολίτες να προβάλουν την αντίθεσή τους στο τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε τον πολεοδομικό σχεδιασμό ως εργαλείο ηγεμονίας και οικονομικής πολιτικής αλλά και να διαδηλώσουν υπέρ της δημοκρατίας, της ελευθερίας της έκφρασης και κατά της αυταρχικότητας. Με το Γκεζί ξεκινά μία περίοδος έντονης αμφισβήτησης του Ερντογάν και της πολιτικής του κυριαρχίας καθώς για πρώτη φορά τέθηκαν με τόσο έντονο τρόπο ζητήματα όπως αυτά της ελευθερίας της έκφρασης, της ελευθερίας του τύπου αλλά και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του πάρκου Γκεζί ο έλεγχος του τύπου αλλά και των social media υπήρξε ασφυκτικός. Να σημειωθεί πως επιβλήθηκε προσωρινός αποκλεισμός  μέσων κοινωνικής δικτύωσης, όπως του facebook και του tweeter, ενώ υπήρξε και  φίμωση του μη φίλα προσκείμενου  προς την κυβέρνηση τύπου αλλά και διώξεις δημοσιογράφων. Οι διώξεις δημοσιογράφων άλλωστε ήταν μόνιμο χαρακτηριστικό της τουρκικής πρακτικής, όπως επιβεβαιώνει  η έκθεση του 2012 της Επιτροπής Προστασίας των Δημοσιογράφων (CPJ), σύμφωνα με την οποία η Τουρκία κατείχε την πρώτη θέση παγκοσμίως στον αριθμό φυλακισμένων δημοσιογράφων , κυρίως Κούρδων.

Το αρνητικό ρεκόρ της Τουρκίας, όσον αφορά την ελευθερία του Τύπου διατηρήθηκε και τα επόμενα χρόνια. To 2014  ασκήθηκαν, μεταξύ άλλων, διώξεις κατά των ΜΜΕ που συνδέονται με το δίκτυο του Φετουλάχ Γκιουλέν, πρώην στενού συνεργάτη και πνευματικού καθοδηγητή του κ. Ερντογάν και νυν ορκισμένου εχθρού του, τον οποίο ο τελευταίος κατηγορεί για συνωμοσία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησής του, σε ακόμη μία προσπάθεια να φιμώσει φωνές επικριτικές προς τον ίδιο και την κυβέρνησή του. Η εφημερίδα Zaman, που εξέφραζε τη γραμμή Γκιουλέν βρέθηκε και τότε στο στόχαστρο της κυβέρνησης. 

Το 2015  ήταν  χρονιά κρίσιμων εκλογών. Στις εκλογές της 8ης  Ιουνίου το κουρδικό κόμμα HDP κατόρθωσε για πρώτη φορά να περάσει το εκλογικό όριο του 10 % και να μπει στην τουρκική Εθνοσυνέλευση, επιτυχία ωστόσο που με δυσκολία κατάφερε να επαναλάβει στις εκλογές του Νοεμβρίου. Παρότι στις εκλογές δεν διαπιστώθηκαν περιπτώσεις εκλογικής νοθείας, παρατηρητές των εκλογών επισήμαναν την προνομιακή μεταχείριση του Ερντογάν και του AKP από μεγάλα εκδοτικά συγκροτήματα καθώς και την προβολή του, ουσιαστικά μονοπωλιακή, από τα κρατικά κανάλια.  Επίσης κατά την προεκλογική περίοδο εξελίσσονταν πόλεμος μεταξύ των αντιπάλων, στον οποίο συμμετείχαν όχι μόνο τα ΜΜΕ αλλά και τα social media, με  περιορισμένη χρήση του  youtube ενώ το  tweeter για ακόμη μία φορά ήταν απαγορευμένο. Τον  Οκτώβριο 2015, λίγες μέρες μετά τις βομβιστικές επιθέσεις στην Άγκυρα, το Δικαστήριο της Άγκυρας διέταξε την πλήρη απαγόρευση μετάδοσης πληροφοριών σχετικά με τις επιθέσεις. 

Αλλά και το  έτος που διανύουμε δεν μπήκε με τον καλύτερο τρόπο για τα ΜΜΕ της Τουρκίας καθώς η τουρκική Δικαιοσύνη τον Ιανουάριο στράφηκε κατά του  τηλεοπτικού δικτύου «Kanal D» του ομίλου Dogan, διενεργώντας  έρευνα για «προπαγάνδα υπέρ της τρομοκρατίας» σε βάρος τους.

Τον Φεβρουάριο, ο Ερντογάν δεν δίστασε να στραφεί ανοιχτά εναντίον του  Συνταγματικού Δικαστηρίου της χώρας, το οποίο με απόφασή του επέτρεψε την αποφυλάκιση δύο δημοσιογράφων αντιπολιτευόμενης εφημερίδας, του  Τζαν Ντουντάρ και του Ερντέμ Γκιουλ. «Δεν εγκρίνω αυτή την απόφαση. Το λέω καθαρά: Δεν τη σέβομαι» δήλωσε ο Ερντογάν ξεκαθαρίζοντας πως αποφάσεις αντίθετες με τις επιθυμίες του δεν είναι αποδεκτές ακόμη και αν αυτές προέρχονται από ένα τόσο σημαντικό θεσμικό όργανο.

Η πρόσφατη περίπτωση της εφημερίδας Zaman επανέφερε στο προσκήνιο ακόμη και το ζήτημα των σχέσεων της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κυβερνήσεις των χωρών της Ένωσης επέκριναν τη στάση της Τουρκίας ως προς τον Τύπο ενώ έθεσαν έντονες επιφυλάξεις για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας εφόσον δεν   υπάρχει κοινή αντίληψη για ευρωπαϊκά θεμελιώδη δικαιώματα,  σε αυτά συγκαταλέγεται και η ελευθεροτυπία. Βέβαια μεγάλη συζήτηση μπορεί να γίνει για τον εάν η ΕΕ σέβεται τα θεμελιώδη αυτά δικαιώματα καθώς και κατά πόσο η στάση της αυτή μοιάζει υποκριτική. Πάντως  οι συζητήσεις  σχετικά με το τι συμβαίνει στην Τουρκία πληθαίνουν.

Η τουρκική κυβέρνηση φιμώνει τον Τύπο στο όνομα της  πολιτικής κρίσης και της εθνικής ασφάλειας, πάγια άλλωστε πρακτική και άλλων αυταρχικών  κυβερνήσεων ανά τον κόσμο. Όμως η χρονική συγκυρία που διανύουμε, με την παγκόσμια οικονομική κρίση αλλά και την μεγαλύτερη προσφυγική κρίση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο σε εξέλιξη, γεννά την ανάγκη για αναζήτηση  των ασφαλιστικών εκείνων δικλείδων που θα προστατεύσουν το ισχύον σύστημα. Ο Ερντογάν προσπαθεί να φιμώσει τις φωνές που διαφωνούν με τις πολιτικές του και να παραμείνει στο θρόνο του, σε μια κοινωνία όμως που μοιάζει με καζάνι που βράζει. Οι αντιθέσεις τις τουρκικής κοινωνίας και τα ζητήματα που ζητούν επιτακτικά διευθέτηση όπως το Κουρδικό, όπου ο πόλεμος στη Συρία αναπροσαρμόζει τα δεδομένα και θέτει νέες μεταβλητές στις εξελίξεις στην περιοχή, δεν μπορούν ούτε να αγνοηθούν ούτε να υποτιμηθούν.

Το μέλλον τόσο για την ελευθερία του Τύπου όσο και για τα ανθρώπινα δικαιώματα προβλέπεται  μάλλον δυσοίωνο αν δεν συντελεστούν στη χώρα ουσιαστικές πολιτικό-κοινωνικές αλλαγές. Η Τουρκία και οι πολίτες της έχουν ανάγκη να γυρίσουν σελίδα, αφήνοντας πίσω ιδεολογίες  και πρακτικές που  δεν σέβονται τον άνθρωπο και τα δικαιώματά του.

 

 

Χρήσιμη Αρθρογραφία:

https://rsf.org/en/news/turkey-worlds-biggest-prison-journalists, Turkey – world’s biggest prison for journalists

http://www.hurriyetdailynews.com/erdogans-fury-at-the-constitutional-court-and-the-ankara-beltway-.aspx?pageID=449&nID=95797&NewsCatID=409, Erdoğan’s fury at the Constitutional Court and the Ankara beltway, Murat Yetkin

http://www.hurriyetdailynews.com/court-issues-total-media-ban-over-ankara-suicide-bombings.aspx?PageID=238&NID=89884&NewsCatID=341, Court issues total media ban over Ankara suicide bombings

https://cpj.org/2016/03/cpj-writes-to-turkish-pm-ahmet-davutoglu-to-protes.php, CPJ writes to Turkish PM Ahmet Davutoğlu to protest takeover of Feza media group

http://www.ibtimes.co.uk/turkey-who-fethullah-gulen-president-recep-tayyip-erdogans-enemy-1548328, Turkey: Who is Fethullah Gulen, President Recep Tayyip Erdogan's enemy? , Umberto Bacchi