Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Η πολιτική κρίση στην Ισπανία

Posted 12 6 18

 της Στεργιανής Νίκου

 

Η Ισπανία αντιμετώπισε την περασμένη βδομάδα μια σπάνιας μορφής πολιτική κρίση: στη 1 Ιουνίου 2018 υπερψηφίστηκε από το ισπανικό κοινοβούλιο η πρόταση μομφής που κατέθεσε το Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE)  κατά του πρώην –πλέον- πρωθυπουργού MarianoRajoy. Στις 2 Ιουνίου ορκίστηκε νέος πρωθυπουργός της χώρας ο PedroSánchez καθώς σύμφωνα με το ισπανικό σύνταγμα αν η μια πρόταση μομφής γίνει δεκτή η κυβέρνηση υποβάλλει την παραίτησή της στον βασιλιά και ο νέος υποψήφιος για την πρωθυπουργία, που αναφέρεται στην ίδια πρόταση μομφής, ορίζεται από τον βασιλιά επικεφαλής της νέας κυβέρνησης.

Η πρόταση μομφής του PSOEείναι η τέταρτη πρόταση μομφής στην ιστορία της Ισπανίας μετά την μεταπολίτευση, από το 1978 δηλαδή και έπειτα, και η πρώτη που έγινε δεκτή.

Η κατάθεσή της, στις 25 Μαΐου 2018, πυροδοτήθηκε από την έκδοση, μία ημέρα νωρίτερα, της δικαστικής απόφασης με την οποία καταδικάστηκαν σημαντικά στελέχη ή συνεργάτες του Λαϊκού Κόμματος (PP) για το σκάνδαλο Γκιούρτελ (Caso Gürtel). Ο PedroSánchez δήλωσε τότε ότι η συγκεκριμένη απόφαση επηρεάζει σοβαρά όχι μόνο την αξιοπιστία της κυβέρνησης και προσωπικά του πρωθυπουργού της, αλλά και το κύρος της ισπανικής δημοκρατίας. 

Το σκάνδαλο Γκιούρτελ είναι το μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο στην Ισπανία σήμερα και αφορά τα λεγόμενα "μαύρα ταμεία" του Λαϊκού Κόμματος. Η έρευνα ξεκίνησε το 2009 από την Audiencia Nacional, που αποτελεί ειδικό δικαστήριο της Ισπανίας. Μέχρι και την ολοκλήρωση της δίκης τον Μάιο του 2018 κλήθηκαν να καταθέσουν για την υπόθεση επιχειρηματίες αλλά και πολιτικά πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ο ίδιος ο MarianoRajoy. Κομβικό σημείο για την υπόθεση ήταν η σύλληψη του επί 18 χρόνια ταμία του Λαϊκού Κόμματος, Luis Bárcenas, ο οποίος κατέθεσε σημαντικά στοιχεία, τα οποία προκάλεσαν και το άνοιγμα νέας παρεπόμενης υπόθεσης. Στις 24 Μαΐου 2018, η δίκη ολοκληρώθηκε και το δικαστήριο καταδίκασε 29 από τους 37 κατηγορουμένους. Ανάμεσα στους καταδικασθέντες ήταν και το ίδιο το Λαϊκό Κόμμα. 

Η πρόταση μομφής

Το ισπανικό κοινοβούλιο αποτελείται από 350 βουλευτές και  για την αποδοχή της πρότασης μομφής απαιτείται η απόλυτη πλειοψηφία, δηλαδή 176 βουλευτές. Εκτός από τις ψήφους του  Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο διαθέτει 84 βουλευτές, από την πρώτη στιγμή δήλωσαν πως θα στήριζαν την πρόταση οι Podemos, οι οποίοι διαθέτουν 46 βουλευτές. Ωστόσο για τη συμπλήρωση των 176 απαιτούνταν και η ψήφος των μικρότερων κομμάτων. Την έκβαση της ψηφοφορίας εντέλει έκρινε το Εθνικιστικό Κόμμα των Βάσκων (PNV), το οποίο δήλωσε τις προθέσεις του τελευταίο και μετά από τη δέσμευση του Σάντσεθ ότι θα τηρήσει τον προϋπολογισμό του 2018, που είχε ψηφίσει το ισπανικό κοινοβούλιο μόλις λίγες μέρες νωρίτερα και που προβλέπει αύξηση της χρηματοδότησης για τη Χώρα των Βάσκων. 

Όταν στις 30 Μαΐου έγινε γνωστή και η στάση του PNV, πλέον κατέστη βέβαιο πως η πρόταση θα υπερψηφιζόταν και έτσι η προσοχή στράφηκε προς τον MarianoRajoyκαι τις επόμενες κινήσεις του. Ο Rajoy, αν και δέχθηκε πιέσεις να παραιτηθεί και να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές, ενδεχόμενο που προτιμούσαν ακόμη και οι αγορές, προτίμησε να γίνει ο πρώτος πρωθυπουργός της νεότερης ιστορίας της χώρας που καταψηφίσθηκε στο Κοινοβούλιο. 

Έχοντας μία κυβέρνηση χωρίς απόλυτη πλειοψηφία, έμοιαζε από το Νοέμβριο του 2016 που σχηματίστηκε προκειμένου να αποφευχθούν νέες εκλογές, να ζει με «δανεικό χρόνο». Με 134 βουλευτές εξαρτιόνταν από την ψήφο των άλλων κομμάτων - ενδεικτικό της εξάρτησης αυτής ήταν ότι ο προϋπολογισμός του 2018 κατάφερε να ψηφισθεί μόλις στα τέλη του Μάιου 2018. Επίσης η κυβέρνηση Rajoyκλήθηκε να διαχειριστεί την Καταλανική κρίση. Η βία που ασκήθηκε και τελικά η εφαρμογή του άρθρου 155 και της αναστολής της αυτονομίας της Καταλονίας, είχε ως αποτέλεσμα τόσο τη σύγκρουση της τελευταίας με τη Μαδρίτη όσο και την πρόκληση μιας ισχυρής πολιτικής κρίσης. 

Η επόμενη μέρα

Αρχικά η πρόθεση  του Σάντσεθ είναι η νέα κυβέρνηση  να διαρκέσει όσο το δυνατόν περισσότερο, προφανώς με απώτερο στόχο όταν η χώρα οδηγηθεί σε εκλογές, να έχει ενισχύσει τη θέση του κόμματος, μέσω της επίδειξης κυβερνητικού έργου. Να σημειωθεί πως το PSOEαυτή τη στιγμή έρχεται δεύτερο στις δημοσκοπήσεις, πίσω από τους Ciudadanos, με τα ποσοστά του να είναι πολύ χαμηλότερα συγκριτικά με αυτά του παρελθόντος, πριν την κατάρρευση δηλαδή του δικομματισμού στη χώρα. 

Πάντως δεδομένου ότι το ισπανικό σύνταγμα ορίζει ότι μεταξύ δύο προτάσεων μομφής πρέπει να μεσολαβήσει διάστημα 6 μηνών, η διάρκεια ζωής αυτής της κυβέρνησής θα είναι σίγουρα 6 μήνες. Επίσης αν καταφέρει να ψηφιστεί ο προϋπολογισμός που θα καταθέσει για το 2019, και με δεδομένο ότι το 2019 είναι έτος περιφερειακών εκλογών και ευρωεκλογών, θα μπορούσε το διάστημα αυτό να παραταθεί περισσότερο. 

Όσον αφορά την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η νέα κυβέρνηση, τουλάχιστον σύμφωνα με τις πρώτες δηλώσεις της, είναι να έχει κοινωνικό χαρακτήρα, να αντιμετωπίσει την Καταλανική κρίση και να επιτύχει την πολιτική και οικονομική σταθερότητα. Ωστόσο έχει να αντιμετωπίσει αφενός το γεγονός ότι είναι μία κυβέρνηση μειοψηφίας (αποτελεί την κυβέρνηση με τον μικρότερο αριθμό βουλευτών στην ιστορία της χώρας μετά τη μεταπολίτευση) και αφετέρου, την οικονομική κρίση και τα στενά δημοσιονομικά πλαίσια που υπάρχουν. 

Ως προς τη Βουλή αφενός, η κυβέρνηση που διαθέτει 84 βουλευτές θα αναγκάζεται, για οτιδήποτε επιθυμεί να ψηφιστεί από το κοινοβούλιο, να καταφεύγει στη συνεργασία των άλλων κομμάτων. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να προσπαθήσει να συνεργαστεί τόσο με τους Podemosόσο και με τα άλλα μικρά κόμματα. Επίσης ας σημειωθεί πως η σύνθεση του προεδρείου του κοινοβουλίου παραμένει ίδιο, με την πρόεδρό του να ανήκει στο Λαϊκό Κόμμα. 

Όσον αφορά τα αυστηρά δημοσιονομικά ζητήματα, στις προθέσεις του Sánchez είναι να εφαρμόσει τους δημοσιονομικούς στόχους που έχουν τεθεί προκειμένου να επιτευχθεί η μείωση του ελλείμματος και να τηρήσει τον προϋπολογισμό που ψηφίστηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση ενώ δεσμεύτηκε και για την προώθηση κοινωνικών μέτρων. Όμως η πολιτική δημοσιονομικής λιτότητας που ακολουθείται προκειμένου να ξεπεραστεί η σοβαρή οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα, θα καταστήσει δύσκολη την υλοποίηση κοινωνικών μέτρων που απαιτούν την αύξηση δημόσιων δαπανών, χωρίς να επέλθει σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις δεσμεύσεις της χώρας προς αυτή.

Πάντως η νέα κυβέρνηση προβάλλει ένα φιλοευρωπαϊκό προφίλ, ενώ στους στόχους της είναι και η ενίσχυση της θέσης της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Άλλωστε η επιλογή της Nadia Calviño, γενικής διευθύντριας προϋπολογισμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,  ως υπουργού οικονομικών και του Josep Borell, πρώην προέδρου του Ευρωκοινοβουλίου, ως υπουργού Εξωτερικών, δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση. 

Όσον αφορά το καταλανικό ζήτημα, ο Sánchez υποσχέθηκε πολιτικό διάλογο με την Καταλονία, η οποία από τις αρχές Ιουνίου έχει νέα αυτονομιστική κυβέρνηση υπό τον QuimTorra, κάτι που οδήγησε στην άρση της λειτουργίας του άρθρου 155. Η κυβέρνηση τάσσεται κατά της απόσχισης, ενώ σε αυτή υπάρχουν δύο Καταλανοί οι οποίοι έχουν ταχθεί υπέρ της ισπανικής ενότητας. Επομένως ο πολιτικός διάλογος που πρόκειται να ξεκινήσει θα έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ενδεχομένως καλύτερο αποτέλεσμα που θα μπορούσε να οδηγήσει, για τους Καταλανούς, σε ένα καθεστώς μεγαλύτερης αυτονομίας. 

Τέλος το νέο κυβερνητικό σχήμα απαρτίζεται κατά πλειοψηφία από γυναίκες, για πρώτη φορά στην ισπανική ιστορία, ενώ επανασυστάθηκε το Υπουργείο Ισότητας. Στόχος της κυβέρνησης είναι η προώθηση της ισότητας των δύο φύλων, και σε αυτό το κλίμα πρόθεσή της είναι η ψήφιση νόμου σχετικά με την ίση αμοιβή ανδρών και γυναικών. 

Συμπερασματικά η κυβέρνηση Sánchez αναλαμβάνει τα καθήκοντά της σε μία δύσκολη περίοδο τόσο για τη χώρα όσο και για την Ευρώπη. Οι στόχοι για πολιτική και οικονομική σταθερότητα αποτελούν μεγάλη πρόκληση δεδομένου ότι η χώρα αντιμετωπίζει οικονομική κρίση με σημαντικές κοινωνικές επιπτώσεις και η κυβέρνηση διαθέτει μόλις 84 βουλευτές. Ο Sánchez προσπάθησε μέσω τόσο των δηλώσεών του όσο και με την επιλογή του κυβερνητικού σχήματος να στείλει ένα σαφές μήνυμα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας, ότι η κυβέρνηση θα επιτύχει τους στόχους της. Ωστόσο χωρίς τη συνεργασία των άλλων κομμάτων και χωρίς τον επαναπροσδιορισμό των δημοσιονομικών στόχων, απομένει να αποδειχθεί αν μπορεί να τα καταφέρει.