Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Η ρωσο-ουκρανική σύγκρουση και το δόγμα του «Εγγύς Εξωτερικού»

Posted 6 10 16

Του Γιάννη Ασκερίδη

 

Στις 15 Σεπτεμβρίου φέτος επιτεύχθηκε εκ νέου εκεχειρία μεταξύ του Κιέβου και των αυτονομιστικών δυνάμεων στην ανατολική Ουκρανία. Ακολούθησε, την ίδια ημέρα, επίσκεψη του Γερμανού και Γάλλου Υπουργών Εξωτερικών στην περιοχή, με σκοπό να εξετάσουν την κατάσταση και να συνδράμουν στην επανέναρξη του διαλόγου για την εξεύρεση λύσης στο ζήτημα του status των δύο επαρχιών-Donetsk και Lukhansk- που εμπλέκονται στην ένοπλη αντιπαράθεση με την κεντρική κυβέρνηση της Ουκρανίας. 

Η εκεχειρία αυτή ήταν απαραίτητη αφού, κατά παράβαση της Συμφωνίας Minsk 2, αναζωπυρώθηκαν οι εστίες σύγκρουσης στο λεκανοπέδιο του Donbass με κίνδυνο την αποσταθεροποίηση της ευρύτερης περιοχής και την κατάρρευση της προαναφερθείσας συμφωνίας. Γιατί όμως δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί ένα οριστικό ειρηνευτικό σχέδιο, το οποίο ίσως αποκαταστήσει την ηρεμία και αποσυμφορήσει την ένταση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και, κατ' επέκταση, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου;

 

Η απάντηση μπορεί να εντοπιστεί στις ευρύτερες επιδιώξεις της Ρωσίας βάσει του δόγματος του ''Εγγύς Εξωτερικού''. Με το δόγμα αυτό που παραμένει ο βασικότερος πυλώνας της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής επιχειρείται, στην πράξη, ο μετασχηματισμός του πρώην σοβιετικού χώρου ώστε να εναρμονίζεται με τα συμφέροντα της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Για να γίνει πιο κατανοητό, αυτό που η κυβέρνηση της Ρωσίας προσπαθεί τα τελευταία 16 χρόνια είναι να παγιώσει την επιρροή της στα κράτη που παλαιότερα αποτελούσαν ομόσπονδες δημοκρατίες της ΕΣΣΔ με απώτερο σκοπό τη δημιουργία μίας νέας πολιτικής κοινότητας των κρατών αυτών με τη Ρωσία στην ηγεμονική θέση, το συντονισμό των ενεργειακών δραστηριοτήτων τους και, τέλος, τη συγκρότηση ενός ενιαίου χώρου-αναχώματος για την προάσπιση των συμφερόντων της Ρωσίας απο τις επεκτατικές τάσεις των δυνάμεων της Δύσης και ιδίως του ΝΑΤΟ. Η Ουκρανία κατέχει ιδιαίτερη θέση μέσα σε αυτό το δόγμα για τους λόγους που παρατίθενται παρακάτω.

 

Η Ουκρανία, ως μέρος της ΕΣΣΔ, υπήρξε σημαντικότατος προμηθευτής γεωργικών     προϊόντων και ορυκτών πρώτων υλών: δεν είναι τυχαία η απόδοση στη συγκεκριμένη χώρα του προσωνυμίου ''σιτοβολώνας της Ευρώπης''. Εν έτει 2016, ο γεωγραφικός της χώρος συνεχίζει να παραμένει ζωτικός για τις επιδιώξεις της Ρωσίας: Ένα δίκτυο αγωγών διασχίζει την Ουκρανία από τις ανατολικές μέχρι τις δυτικές της επαρχίες και συνεχίζει, τροφοδοτώντας έναν αριθμό ευρωπαϊκών κρατών κυρίως με φυσικό αέριο και, σε μικρότερο βαθμό, με πετρέλαιο. Όταν ο ορυκτός σου πλούτος είναι το κύριο εξαγώγιμο προϊόν σου και αποτελεί την κύρια εμπορική σου δραστηριότητα με την υπόλοιπη Ευρώπη, το να προασπίσεις την απρόσκοπτη μεταφορά του κρίνεται αναγκαία: αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο στην πρόσφατη ιστορία της Ουκρανίας παρατηρήθηκε η ανάδειξη ηγετών φιλικά προσκείμενων στο Ρώσο γείτονα, σχεδόν πάντα με την παρασκηνιακή μεσολάβηση του τελευταίου. Άλλες φορές η αντίδραση της Μόσχας ήταν πιο έντονη. Η Ουκρανία στηρίζεται στο ρωσικό φυσικό αέριο για την κάλυψη μεγάλου μέρους και των δικών της ενεργειακών αναγκών: η εξάρτηση αυτή γίνεται διαπραγματευτικό εργαλείο στα χέρια της ηγεσίας του Κρεμλίνου. Πολλές φορές η τροφοδοσία διακόπηκε από τη Ρωσία, με αποκορύφωμα το Νοέμβριο του 2015, μέσα σε ένα κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας και αλληλοκατηγοριών μεταξύ της ουκρανικής κυβέρνησης και του ρωσικού ενεργειακού κολοσσού, Gazprom. Σκόπιμο είναι να αναφερθεί πως στις δύο εμπόλεμες επαρχίες, οι οποίες καλύπτουν μεγάλο μέρος της λεκάνης του ποταμού Ντον, υπάρχει σημαντική ουκρανική βιομηχανική δραστηριότητα, αφού η περιοχή είναι πλούσια σε κοιτάσματα.

 

Το ενδιαφέρον της Ρωσίας για την Ουκρανία δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο των εμπορικών δραστηριοτήτων: μία από τις επιμέρους επιδιώξεις του δόγματος  του ''Εγγύς Εξωτερικού'' είναι η υπεράσπιση των εκτός συνόρων ρωσικών πληθυσμών στα γειτονικά κράτη από οποιαδήποτε απειλή των συλλογικών τους δικαιωμάτων. Στις ανατολικές επαρχίες Donetsk και Luhansk, καθώς και στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Ουκρανίας, ζει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού της χώρας που είτε δηλώνει ρωσική καταγωγή είτε είναι ρωσόφωνο. Αυτός ο πληθυσμός είναι συμπαγής γεωγραφικά και έχει συγκροτήσει τοπικές κοινότητες, οι οποίες μετά την πτώση της ΕΣΣΔ άρχισαν να προωθούν πολιτικά αιτήματα αυτονόμησης προς την κεντρική κυβέρνηση. Οι εν λόγω κοινότητες υπάγονται στην πνευματική εποπτεία του Πατριαρχείου της Μόσχας και Πασών των Ρωσιών και για αυτές η ρωσική καταγωγή τους είναι εξαιρετικά σημαντική για την ιστορική ψυχοσύνθεσή τους: Πολέμησαν στο πλευρό των Σοβιετικών κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, υποστηρίζουν σε κάθε εκλογική αναμέτρηση ρωσόφιλους πολιτικούς και αντιμετωπίζουν με καχυποψία κάθε δυτική προσέγγιση της εκάστοτε ουκρανικής κυβέρνησης. Η στάση τους αυτή τους φέρνει αντιμέτωπους με τις πολιτικές δυνάμεις της δυτικής κυρίως Ουκρανίας, όπου εντοπίζονται οι αμιγώς εθνικιστικοί θύλακες της χώρας με αίτημα τον περιορισμό της ρωσικής επιρροής και την ένταξη της Ουκρανίας στο ΝΑΤΟ. Μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν την απομάκρυνση του πρώην προέδρου της χώρας, Viktor Yanukovych, από αυτούς ακριβώς τους εθνικιστικούς θύλακες αναδύθηκαν παραστρατιωτικές ομάδες που έσπευσαν να επικουρήσουν το έργο των κυβερνητικών στρατιωτικών δυνάμεων στην ανατολική Ουκρανία και των οποίων ο πυρήνας χαρακτηρίζεται από ακροδεξιές τάσεις. Η Ρωσία δεσμεύεται από τις ίδιες τις πολιτικές επιδιώξεις της να ενισχύσει στρατιωτικά, πολιτικά και οικονομικά τους πληθυσμούς με τους οποίους μοιράζεται κοινή καταγωγή και ανησυχίες.  Επιπλέον,  οι δύο αυτές επαρχίες, τις οποίες μπορεί να εντοπίσει κανείς στη σχετική με τον πρώην σοβιετικό χώρο βιβλιογραφία και ως μέρος της Novorοssiya (Νέας Ρωσίας), παρουσιάζουν και στρατηγικό ενδιαφέρον αφού γεωγραφικά παρέχουν πρόσβαση τόσο στην ενδοχώρα της Ουκρανίας όσο και και σε γειτονικές επαρχίες με συμπαγείς ρωσικούς ή ρωσογενείς πληθυσμούς. 

Η αστάθεια στην περιοχή και η διατήρηση της εμπόλεμης κατάστασης χωρίς επιτυχία για την αποκατάσταση της ειρήνης είναι ικανές, αν δεν οδηγήσουν σε ένα θερμότερο επεισόδιο με χαρακτηριστικά πολέμου εντολοδόχων (proxy war), να καταστήσουν τη σύγκρουση έναν πόλεμο ήπιας έντασης, με χαρακτηριστικά frozen conflict, που θα αποσταθεροποιούσε περαιτέρω την Ουκρανία. Το Πρωτόκολλο του Minsk, που ανανεώθηκε με το Minsk 2, μεταξύ άλλων προβλέπει την αναθεώρηση του ουκρανικού συντάγματος, ώστε να επανενταχθούν ομαλά στην ουκρανική πολιτική και κοινωνική ζωή οι δύο επαρχίες χορηγώντας τους μεγαλύτερη αυτονομία και ευελιξία στις πολιτικές τους επιλογές για τη ρύθμιση των εσωτερικών τους ζητημάτων. Επιπλέον προβλέπεται ομαλή διεξαγωγή περιφερειακών και τοπικών εκλογών, υπό την εποπτεία  του Οργανισμού για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ-OSCE).

 

Η εφαρμογή των συμφωνηθέντων κρίνεται απαραίτητη για να επιτευχθεί ένας βαθμός σταθερότητας στην περιοχή και να δοθεί τέλος στις εχθροπραξίες. Οι πρόσφατες εκρήξεις βίας, ωστόσο, μαρτυρούν ότι ο δρόμος για την υλοποίηση των παραπάνω είναι μακρύς. Όσο η Ρωσία διατηρεί τις αξιώσεις της για μόνιμη παρουσία στην περιοχή, άλλο τόσο στην ήδη διεφθαρμένη πολιτική σκηνή της Ουκρανίας θα ενισχύονται, από αντίδραση, οι υπερεθνικιστικές φωνές που βάλλουν κατά της ρωσικής επεμβατικής εξωτερικής πολιτικής. Και η βία θα ενδυναμώνεται συνεχώς.