Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

«Ένας όχι και τόσο Ειρηνικός Ωκεανός»: Οι διπλωματικές εντάσεις Η.Π.Α. – Ταϊβάν – Κίνας

Posted 10 3 17

του Θωμά Μπακρατσά

Εισαγωγή

Το 2017 ξεκίνησε με σοβαρές ανακατατάξεις στη διεθνή πολιτική. Η εκλογή του Donald Trump στις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 2016, συγκλόνισε τόσο εντός όσο και εκτός των αμερικανικών συνόρων. Πολλοί αναλυτές βλέπουν στο πρόσωπο του νέου προέδρου μια πιθανή αλλαγή του μεταψυχροπολεμικού status quo που είχε βασιστεί στην κυριαρχία της φιλελεύθερης δημοκρατίας  και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την επιστροφή σε ένα νέο ψυχροπολεμικό μοντέλο διακρατικών σχέσεων. 

Το διεθνές σύστημα δομήθηκε μεταπολεμικά υπό την αιγίδα των Η.Π.Α., επικυρώθηκε με τη στρατιωτικό – οικονομική νίκη επί του σοβιετικού μπλοκ, και φαινόταν σχεδόν αήττητο παρά τους οποίους περιφερειακούς τριγμούς κατά τα μετα-σοβιετικά χρόνια. Ο Trump ενδέχεται να προκαλέσει αναταραχές, τόσο με το ριζοσπαστικό λόγο του, όσο και με τις επιθετικές κινήσεις του. Αποφάσεις του, όπως η επιμονή να απαγορεύσει την είσοδο πολίτες ορισμένων μουσουλμανικών χωρών ή η αμφισβήτηση της κλιματικής αλλαγής, κυριάρχησαν στα διεθνή media και πυροδότησαν κοινωνικές διαμαρτυρίες. Μέσα στις πρώτες αποφάσεις του, μια που φάνηκε ήσσονος σημασίας ενδέχεται να έχει ανυπολόγιστο ωστόσο γεωπολιτικό αντίκτυπο.

Η αποκατάσταση σχέσεων μεταξύ Richard Nixon και Deng Xiaoping τη δεκαετία του 1970 οδήγησε στην «Πολιτική της Μίας Κίνας»
Η αποκατάσταση σχέσεων μεταξύ Richard Nixon και Deng Xiaoping τη δεκαετία του 1970 οδήγησε στην «Πολιτική της Μίας Κίνας» Στις 3 Δεκεμβρίου 2016, ο νεοεκλεγείς Trump – χωρίς ωστόσο να έχει αναλάβει τα καθήκοντά του –είχε μια απευθείας τηλεφωνική επικοινωνία με την πρόεδρο της Ταϊβάν Tsai Ing – wen, η οποία τον συνεχάρη για την εκλογική του επιτυχία. Το περιστατικό αναστάτωσε την Κίνα η οποία ερμήνευσε το ασυνήθιστο αυτό τηλεφώνημα μεταξύ των δύο ηγετών ως μια ανεπίσημη αμφισβήτηση της ‘’Πολιτικής της Μίας Κίνας’’ (One - China Policy). Η συγκεκριμένη θέση που ακολουθούν οι Η.Π.Α. (και δευτερευόντως η πλειοψηφία της διεθνούς κοινότητας) θεωρεί ότι υπάρχει ένα μόνο κινεζικό κράτος, που εκπροσωπείται από την κυβέρνηση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Η πολιτική αυτή απορρίπτει τις αξιώσεις της Ταϊβάν (ή «Δημοκρατία της Κίνας» όπως αποκαλείται επισήμως η νησιωτική χώρα) για τη δική της χωριστή διεθνή νομιμότητα. Η πολιτική αυτή έχει ως αποτέλεσμα εφόσον ένα κράτος αναγνωρίζει ως επίσημο κινεζικό κράτος της Λ.Δ.Κ. να μην μπορεί να έχει διπλωματικές σχέσεις με την Δ.Κ. (Ταιβάν). Με το τηλεφώνημα αυτό, ο νεοεκλεγείς Trump αμφισβήτησε την επί δεκαετίες διπλωματική απομόνωση της Ταϊβάν από τις ΗΠΑ, ενώ προκάλεσε ακόμα περισσότερο όταν έγραψε στο προσωπικό του λογαριασμό του Twitter: «Ενδιαφέρον το γεγονός πως οι Η.Π.Α. πωλούν στην Ταϊβάν δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτικό εξοπλισμό, αλλά απαγορεύεται να δεχτώ ένα απλό συγχαρητήριο τηλεφώνημα».

Μια σύντομη ιστορική αναδρομή των σινο-αμερικανικών σχέσεων θα βοηθήσει να κατανοήσουμε το τεταμένο παρελθόν τους

Ιστορική αναδρομή

Στα τέλη του 19ου αιώνα, το νησί της Ταϊβάν, έως τότε επαρχία της κινεζικής αυτοκρατορίας  των Τσινγκ (Qing) μεταβιβάσθηκε στην αυτοκρατορία της Ιαπωνίας με τη Συνθήκη του Shimonoseki (17/04/1895), που τερμάτισε τον πρώτο σινο-ιαπωνικό πόλεμο (1894-95). Για μισό αιώνα η Ταϊβάν παρέμεινε κομμάτι της μιλιταριστικής Ιαπωνίας, ενώ στο μεταξύ στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα η κινεζική αυτοκρατορία καταλύθηκε και η χώρα αποσυντέθηκε, επιταχύνοντας τις εσωτερικές εξελίξεις που οδήγησαν στον κινεζικό εμφύλιο (1927 – 1949), μεταξύ της εθνικιστικής κυβέρνησης του κόμματος Kuomintang, υπό την αρχηγία του στρατηγού Chiang Kai – Shek, και ενός επαναστατικού ενόπλου κομμουνιστικού κινήματος, καθοδηγούμενου από το Κομμουνιστικό Κόμμα  της Κίνας (Κ.Κ.Κ.) και το Mao – Zedong. Με την ήττα της Ιαπωνίας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το νησί της Ταϊβάν επέστρεψε στην κυβέρνηση του Kuomintang της Δημοκρατίας της Κίνας, την ίδια περίοδο που ξεκίνησε η δεύτερη φάση του κινεζικού εμφυλίου (1946-49). Σύντομα, ωστόσο, το Κ.Κ.Κ, κυριάρχησε στρατιωτικά και  στις 1 Οκτωβρίου 1949 ο Mao – Zedong ανακήρυξε την ίδρυση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας (Λ.Δ.Κ.). Ο Chiang Kai – Shek και οι εθνικιστικές δυνάμεις κατέφυγαν στη Ταϊβάν, μαζί με περίπου 2 εκατομμύρια πρόσφυγες. Ο Chiang ανέλαβε την προεδρία του νησιού το 1950, μεταφέροντας ουσιαστικά εκεί την επίσημη εθνικιστική κινεζική κυβέρνηση και αρνούμενος να αποδεχθεί την νέα κομμουνιστική κυβέρνηση της ηπειρωτικής Κίνας (με την υποστήριξη και της Δύσης). Έκτοτε, ο Chiang Kai – Shek και μετέπειτα ο γιος του Chiang Ching – Kuo κυβέρνησαν τη χώρα, αρχικά αυταρχικά με στρατιωτικό νόμο (εξαιτίας του ψυχροπολεμικού κλίματος και πιθανής κομμουνιστικής εισβολής). Αργότερα το καθεστώς προχώρησε σε σταδιακή φιλελευθεροποίηση και σήμερα διαθέτει ένα πολυκομματικό δημοκρατικό πολίτευμα. Επιπλέον, η Ταϊβάν παρουσίασε έντονη οικονομική ανάπτυξη από τη δεκαετία του 1980 και ύστερα, σε σημείο που θεωρήθηκε το οικονομικό θαύμα της Άπω Ανατολής.

Στη διεθνή σκηνή η κατάσταση εξαρχής ήταν – και παραμένει – ιδιαίτερα. Παρά την αρχική άρνηση της Δύσης να αποδεχθεί την κομμουνιστική ηγεσία (για πολλά χρόνια την έδρα της Κίνας στον ΟΗΕ και στο Συμβούλιο Ασφαλείας διατηρούσε η κυβέρνηση της Ταιβάν), η ρήξη του σινο-σοβιετικού άξονα και ο αναπροσανατολισμός της αμερικανικής εξωτερική πολιτική από τον Richard Nixon οδήγησε στη προσέγγιση μεταξύ της Λ.Δ.Κ. και των Η.Π.Α. Το 1979 οι Η.Π.Α. αποφάσισαν να αναγνωρίζουν την κομμουνιστική κυβέρνηση στο Πεκίνο ως την νόμιμη κυβέρνηση της Κίνας, διακόπτοντας την ίδια στιγμή τις . διπλωματικές της σχέσεις με την Ταϊβάν (τουλάχιστον de jure). Η «Πολιτική της Μίας Κίνας» θεσμοθετήθηκε έτσι: αναγνωρίζεται μία μόνο Κίνα, η Λ.Δ.Κ., και η Ταϊβάν θεωρείται αποσχισμένο νησιωτικό έδαφός της. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει την Ταϊβάν σε πολιτικό αδιέξοδο. Η κυβέρνηση απορρίπτει την επανένωση με την κομμουνιστική μητρόπολη, ενώ ταυτόχρονα δεν μπορεί να κηρύξει επίσημα ανεξαρτησία καθώς ένα τέτοιο ενδεχόμενο μπορεί να οδηγήσει σε εισβολή της Λ.Δ.Κ. Στην πραγματικότητα, ο πολιτικός στόχος της είναι η επανένωση με την ηπειρωτική Κίνα υπό τους δικούς της όρους και στα πλαίσια ενός μη κομμουνιστικού και φιλελεύθερου πλαισίου.

Οι πρόσφατες εντάσεις

Το τηλεφώνημα μεταξύ Trump και Tsai έσπασε την αμερικανική παράδοση σαράντα χρόνων και προκάλεσε έντονη κινεζική δυσαρέσκεια. Στις 12 Δεκεμβρίου 2016 η κινεζική κυβέρνηση δήλωσε ότι «ανησυχεί ιδιαιτέρως» για τις προθέσεις του νέου προέδρου και ζήτησε να ξεκαθαριστεί το ζήτημα της «Πολιτικής της Μίας Κίνας». Η κυβερνητική εφημερίδα China Daily δημοσίευσε λίγες μέρες αργότερα, στις 16 Δεκεμβρίου, άρθρο όπου κατηγορούσε τον Trump πως «παίζει με τη φωτιά στο ταϊβανέζικο παιχνίδι», ενώ ο κινέζος υπουργός εξωτερικών Lu Kang επέμεινε πως το status quo είναι «μη διαπραγματεύσιμο».

Στις 20 Ιανουαρίου o Trump ορκίστηκε επισήμως ως ο 45ος πρόεδρος των Η.Π.Α., και μερικές εβδομάδες αργότερα, στις 9 Φεβρουαρίου, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κινέζο πρόεδρο Xi Jinping. Κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος, ο Trump έσπευσε να εξομαλύνει την κατάσταση διαβεβαιώνοντας τον Xi πως θα τιμήσει την «Πολιτική της Μίας Κίνας», ενώ ανέφερε σε δηλώσεις του ότι: «Είχαμε μια πολύ, πολύ καλή συζήτηση χθες το βράδυ, και συζητήσαμε για πολλά θέματα. Ήταν μια μεγάλη συνομιλία». Ακόμα πιο πρόσφατα μάλιστα, στις 27 Φεβρουαρίου, ο υψηλόβαθμος κινέζος διπλωμάτης Yang Jiechi συνάντησε τον Trump στον Λευκό Οίκο, ώστε να συζητήσουν θέματα όπως το εμπόριο και η αντιτρομοκρατική ασφάλεια. Το κινεζικό μέτωπο φαίνεται να καταλαγιάζει – προς το παρόν.

Ένας νέος ψυχρός πόλεμος;

Παραμένει ωστόσο αβέβαιο προς τα πού οδεύει η σχέση Πεκίνου και Ουάσινγκτον; Παρότι είναι εξαιρετικά νωρίς για διεξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων, η πολιτική του νέου προέδρου των Η.Π.Α. ενδέχεται να αποβεί μοιραία για τις σινο-αμερικανικές σχέσεις.

Η Κίνα τα τελευταία χρόνια έχει εξαπολύσει ένα σιωπηρό μεν, εντατικό δε αγώνα με τις Η.Π.Α. για πλανητική κυριαρχία. Ο ανταγωνισμός αυτός διαπιστώνεται σε ποικίλα πεδία. Στο στρατιωτικό σκέλος, η Κίνα κατασκευάζει παράνομες στρατιωτικές βάσεις σε διαφιλονικούμενα νησιωτικά συμπλέγματα (Πάρασελ και Σπράτλι) της Νότιας Σινικής Θάλασσας. Ενισχύει την περιφερειακή της ηγεμονία, επιχειρεί να ενσωματώσει την κεντρική και ανατολική Ασία στη σφαίρα επιρροής της με τη βοήθεια θεσμών όπως η νεοσυσταθείσα (25/12/2015) Ασιατική Επενδυτική Τράπεζα Υποδομών (AIIB), ενώ στο εκπαιδευτικό κομμάτι, τα κινεζικά πανεπιστήμια ήδη αρχίζουν να ξεχωρίζουν σε βαθμό επικίνδυνο για τα αμερικανικά.  

Η ανάπτυξη του αμερικανικού THAAD στην κορεάτικη χερσόνησο ερμηνεύεται από την Λ.Δ.Κ. ως απειλή για την περιφερειακή της ηγεμονία
Η ανάπτυξη του αμερικανικού THAAD στην κορεάτικη χερσόνησο ερμηνεύεται από την Λ.Δ.Κ. ως απειλή για την περιφερειακή της ηγεμονία Η άρνηση των Η.Π.Α. να δεχθούν την νέα κινεζική παρουσία  δεν εξαντλείται στο πρόσφατο τηλεφώνημα. Συστηματικά καταγγέλλουν την κινεζική στρατιωτική δραστηριότητα στη Νότια Σινική Θάλασσα, ενώ άλλο ενδεικτικό παράδειγμα της μεταξύ τους διαφωνίας αποτελεί η κατασκευή εκ μέρους των ΗΠΑ του Τερματικού Υψηλού Υψομετρικού Αμυντικού Συστήματος (Terminal High Altitude Area Defense ή THAAD) στην Νότιο Κορέα. Το εν λόγω αμυντικό οπλικό σύστημα μπορεί να εντοπίζει εχθρικούς βαλλιστικούς πυραύλους μικρού και μεσαίου βεληνεκούς, και να τους καταρρίπτει όταν οι πύραυλοι βρίσκονται στην τελευταία φάση της πορείας τους. Οι Η.Π.Α. δικαιολογούν την ανάπτυξη του THAAD στη Νότιο Κορέα ως απαραίτητη ασπίδα απέναντι στα επιθετικά πυρηνικά πειράματα της Βορείου Κορέας. Εντούτοις το αμυντικό πρόγραμμα έχει εξελιχθεί σε διαφιλονικούμενο ζήτημα. Η Κίνα έχει εκφράσει κατ’ εξακολούθηση τους φόβους της πως το THAAD δεν θα περιοριστεί απλώς στην προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της Νοτίου Κορέας: κινέζοι αξιωματούχοι ισχυρίζονται πως το THAAD αντιπροσωπεύει για ακόμα μια φορά την αμερικανική μιλιταριστική διείσδυση στην Άπω Ανατολή και πως «θα πρέπει να ληφθούν αποφασιστικά μέτρα για την προστασία της δικής μας εθνικής ασφάλειας».Στις 8 Φεβρουαρίου μάλιστα, το Πεκίνο πρότεινε στην Ουάσινγκτον να μεσολαβήσει μεταξύ της τελευταίας και του Πιονγιάνγκ, με σκοπό ο βορειο-κορεάτικος στρατός να σταματήσει τα πυραυλικά πειράματά του με αντάλλαγμα την παύση της αμερικανικής στρατιωτικής δραστηριότητας στην κορεατική χερσόνησο. Μόλις 24 ώρες αργότερα, στις 9 Φεβρουαρίου, το State Department έσπευσε να απορρίψει τη πρόταση ως «μη βιώσιμη», στέλνοντας ηχηρό μήνυμα στο Πεκίνο πως οι Η.Π.Α. δεν έχουν καμία πρόθεση να διακόψουν τη στρατιωτική τους παρουσία στην περιφέρεια της Λ.Δ.Κ.

Από τη μεριά της Ταϊβάν, το κυβερνών Δημοκρατικό Προοδευτικό Κόμμα έχει εκφράσει – με δισταγμό – απόψεις για μια λιγότερο «κινεζο-κεντρική» προσέγγιση των πραγμάτων (η οποία υπήρξε δομικό στοιχείο του κυβερνώντος Kuomintang), και δείχνει να εξετάζει τη λύση της ανεξαρτησίας. Το κόμμα κέρδισε τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2016 και επομένως η νέα κυβέρνηση μετράει μόλις 14 μήνες εξουσίας. Κανείς στο άμεσο μέλλον δεν μπορεί να γνωρίζει αν τα σχέδια για ανεξαρτησία υλοποιηθούν. Πάντως ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να αποδειχτεί καταστροφικό για τις σινο-αμερικανικές σχέσεις, καθώς η πιθανή ανεξαρτητοποίηση της Ταιβάν κατά πάσα πιθανότατα θα ωθούσε την Κίνα σε στρατιωτική δράση εναντίον ενός παραδοσιακού συμμάχου των Η.Π.Α. και ενδεχομένως σε πιο γενικευμένη σύρραξη στην καρδιά της Άπω Ανατολής.

Συμπερασματικά, η κατάσταση στον Ειρηνικό Ωκεανό παραμένει κρίσιμη από πάρα πολλές απόψεις. Η Ταϊβάν μοιάζει να προσβλέπει προς μια ρηξικέλευθη λύση για ανεξαρτησία, η Κίνα ισχυροποιείται διαρκώς και φαίνεται να υιοθετεί αδιάλλακτη στάση όσον αφορά τις ασιατικές περιφερειακές της αξιώσεις, ενώ η αμερικανική κυβέρνηση αμφισβητεί τις διεθνείς ισορροπίες με διάφορους τρόπους και απρόβλεπτες συνέπειες. Αν θυμηθούμε πως αρκετές φορές στην ιστορία ασήμαντα γεγονότα είχαν μεγάλες στρατιωτικο-πολιτικές επιπτώσεις, τότε η προειδοποίηση της Daily China για παιχνίδι με τη φωτιά μόνο ανησυχίες μπορεί να προκαλέσει.

 

 

Για περαιτέρω μελέτη:

Share on Social Media