Your browser version is outdated. We recommend that you update your browser to the latest version.

Ο νέος Μεγάλος Συνασπισμός μετά τις γερμανικές εκλογές: διλήμματα και επιπτώσεις

Posted 5 6 18

της Κατερίνας Δημητρίου

 

 Οι ομοσπονδιακές εκλογές της 24ηςΣεπτεμβρίου 2017 στη Γερμανία άλλαξαν σημαντικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στη χώρα: για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1950 συμμετέχουν ξανά έξι κόμματα στη γερμανική Βουλή (Bundestag). Τα δύο μεγάλα μεταπολεμικά κόμματα εξουσίας, το χριστιανοδημοκρατικό/ χριστιανοκοινωνικό [CDU/ CSU(Union)] και το σοσιαλδημοκρατικό SPDθεωρούνται οι «μεγάλοι χαμένοι», ενώ τα μικρότερα κόμματα συνoλικά κέρδισαν. Μετά από σχεδόν έξι δεκαετίες εισέρχεται ξανά στο κοινοβούλιο ένα εθνολαϊκιστικό, ευρωσκεπτικιστικό κόμμα, η Εναλλακτική για τη Γερμανία  (AfD). Η διαδικασία συγκρότησης κυβέρνησης διήρκησε σχεδόν έξι μήνες (171 ημέρες). Παρόλο που οι διερευνητικές επαφές κατέρρευσαν αρκετές φορές, δεν προέκυψε πολιτική κρίση. Σκοπός του παρόντος άρθρου είναι να παρουσιάσει συνοπτικά τις μετεκλογικές διαπραγματεύσεις, να εξετάσει τις πολιτικές εναλλακτικές υπό το πρίσμα της θεωρίας περί συμμαχικών κυβερνήσεων και να προχωρήσει σε κάποιες εκτιμήσεις για τις προοπτικές του κυβερνητικού σχήματος.

 

 Η περίοδος των «άκαρπων» διαπραγματεύσεων

 

 Οι εκλογές οδήγησαν σε ένα αναμφίβολα κατακερματισμένο Bundestag(DerBundeswahlleiter, 2017). Τα δύο κόμματα που εναλλάσσονταν επί τριάντα χρόνια στην εξουσία σημείωσαν ιστορικά χαμηλά ποσοστά. Συγκρίνοντας με τις προηγούμενες ομοσπονδιακές εκλογές, η μείωση της εκλογικής δύναμης για το CDUέφτασε στο 8,6% , ενώ για το SPDστο 5,2 %. Η προηγούμενη αντιπολίτευση αποτελούμενη από το DieLinke(Η Αριστερά) και DieGrünen  (οι Πράσινοι) επωφελήθηκε ελάχιστα, εν αντιθέσει με το κόμμα των Φιλελευθέρων (FDP) και την AfD (αύξηση κατά 6% και 7,9% αντιστοίχως). Και τα δύο αυτά κόμματα εισέρχονται δυναμικά στο κοινοβούλιο με 80 και 94 έδρες αντίστοιχα αποσπώντας ψήφους διαμαρτυρίας.

 

 Η μεταστροφή των πολιτικών δεδομένων οδήγησε σε συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις καθώς το γερμανικό πολιτικό σύστημα λειτουργεί σύμφωνα με τη «λογική της ελάχιστης νικηφόρας συμμαχίας» (“minimumwinningcoalition”) του WilliamRiker(1962) που υποστηρίζει ότι μια κομματική συμμαχία πρέπει να συγκεντρώνει πάντα την πλειοψηφία για να θεωρείται «νικηφόρα» και να προκύψει μια αποτελεσματική σχέση κέρδους- χρήσης πόρων. Σε αυτήν την περίπτωση, όποιoκόμμα συμμετέχει στην συμμαχία θεωρείται απαραίτητο για την εκλογική νίκη, ενώ, αν έστω και ένα βρεθεί εκτός του σχήματος, η πλειοψηφία της συμμαχίας δεν θα είναι πια εγγυημένη. Επίσης, επιχειρείται και η συγκρότηση ελάχιστης δυνατής συμμαχίας, η οποία θα συγκεντρώνει περισσότερο από το 50% των εδρών. Και στις δύο περιπτώσεις, ο κάθε φορέας στοχεύει στη μεγιστοποίηση του κέρδους του. Εν τούτοις, απώτερος στόχος παραμένει η κατάκτηση της εξουσίας μέσω της συγκρότησης συμμαχιών (ή συνασπισμών) με τη συμμετοχή τόσων κομμάτων όσα είναι αναγκαία για την επίτευξη της ελάχιστης απαιτούμενης πλειοψηφίας (Riker, 1962).

 

 Με άξονα τη θεωρία των κυβερνητικών συμμαχιών στα πολυκομματικά συστήματα, γίνεται εμφανές ότι οι κυβερνητικές εναλλακτικές μετά τις τελευταίες γερμανικές εκλογές ήταν εξαρχής περιορισμένες. Κανένα κόμμα δε κατάφερε να συγκεντρώσει αυτοδύναμη πλειοψηφία. Οι δυνατές συμμαχικές κυβερνήσεις ήταν περιορισμένες και έπρεπε να διαθέτουν τουλάχιστον 355 από τις 709 έδρες : είτε ένας «μεγάλος συνασπισμός» (GroßeKoalition) αποτελούμενος από τα κόμματα CDU/CSUκαι SPDμε 399 έδρες είτε η λεγόμενη κυβέρνηση «Τζαμάικα» (με συνασπισμό των CDU/CSU, FDPκαι dieGrünen) με 393 έδρες. Διαφορετικές συμμαχικές κυβερνήσεις ήταν αδύνατον να προκύψουν καθώς όλα τα κόμματα είχαν αρνηθεί να συνεργαστούν με την AfD. Επιπρόσθετα, μια συμμαχία SPD, dieGrünenκαι dieLinke(με συνολικά 289 έδρες) θα συνιστούσε κυβέρνηση μειοψηφίας. Τόσο το CDU/CSUόσο και το FDPείχαν απορρίψει ρητά τη πιθανότητα συνεργασίας με το DieLinke, ενώ παράλληλα το SPDείχε ήδη ανακοινώσει ότι δεν θα συνεργαζόταν ξανά με τους Χριστιανοδημοκράτες. 

 

 Μέσα σε αυτό το σκηνικό, οι αρχικές διερευνητικές διαβουλεύσεις με στόχο τoσχηματισμό κυβέρνησης αποτελούμενη από την Χριστιανική Ένωση, τους Φιλελεύθερους και τους Πράσινους (κυβέρνηση «Τζαμάικα») κατέρρευσαν στις 19 Νοεμβρίου 2017, καθώς δεν κατόρθωσαν να συμφωνήσουν σε ζητήματα νευραλγικής σημασίας, ιδίως την προσφυγική πολιτική και την προστασία του κλίματος. Μετά την αποτυχία του σχηματισμού της κυβέρνησης «Τζαμάικα», τα άλλα πιθανά σενάρια ήταν: η επιστροφή του Μεγάλου Συνασπισμού, μια κυβέρνηση μειοψηφίας (π.χ. των CDU/CSUκαι FDP), η συνεργασία με την AfD(αρκετά απίθανη δεδομένου ότι τα κόμματα είχαν τοποθετηθεί εξαρχής αρνητικά) ή η προκήρυξη νέων εκλογών. Η διάλυση του Bundestagκαι η προκήρυξη νέων εκλογών αποτελούσε ένα σενάριο με νομικά εμπόδια και δύσκολα πραγματοποιήσιμο. Παράλληλα, μια κυβέρνηση μειοψηφίας αποτελούμενη μόνο από την Χριστιανική Ένωση (ή σε συνεργασία με το FDP) ήταν επίσης προβληματική, καθώς ο ομοσπονδιακός Πρόεδρος Φραντς Σταιενμάγιερ μπορεί μεν να δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης σε ένα κόμμα που δε διαθέτει την αυτοδυναμία στο Bundestag, αλλά σε αυτή την περίπτωση όπως και σε οποιαδήποτε μελλοντική ψηφοφορία στο Bundestagη κυβέρνηση μειοψηφίας θα εξαρτάται μονίμως από την υποστήριξη της αξιωματικής αντιπολίτευσης:  έτσι, η κυβέρνηση θα πρέπει να διαπραγματεύεται την κοινοβουλευτική πλειοψηφία για κάθε νομοθετικό κείμενο και μπορεί να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή από μια πρόταση δυσπιστίας. Η συνηθισμένη και συχνά απαιτητή από τη πλευρά των πολιτών σταθερότητα του πολιτικού συστήματος δεν θα ήταν πια  εγγυημένη, επομένως εκλήφθηκε και αυτή ως μια ακόμα απορριπτέα πρόταση.

Η επιστροφή του Μεγάλου Συνασπισμού

 

 Σχεδόν ένα τρίμηνο μετά τη διενέργεια των ομοσπονδιακών εκλογών και του πρώτου γύρου των αποτυχημένων επαφών, των συνεδρίων τόσο του SPDτο Δεκέμβριο του 2017 όσο και της CSUτον Ιανουάριο του 2018 , η νέα κυβέρνηση δεν είχε σχηματιστεί. Η υπηρεσιακή πλέον Καγκελάριος Ανγκέλα Μέρκελ είχε δηλώσει κατηγορηματικά πως στόχος της αποτελεί ο σχηματισμός ενός μεγάλου συνασπισμού, ενώ ο αμφιταλαντευόμενος πρόεδρος του SPD, Μ. Σούλτς εξέταζε παράλληλα κι άλλες εναλλακτικές διακυβέρνησης, όπως έναν προοδευτικό «συνασπισμό συνεργασίας» (“Kooperationskoaltion”) με εξωτερική υποστήριξη της χριστιανοδημοκρατικής κυβέρνησης μειοψηφίας από το SPD- που δεν έγινε αποδεκτό από τους Χριστιανοδημοκράτες, με το επιχείρημα ότι δεν είναι λογικό ένα κόμμα να μετέχει ταυτόχρονα στην κυβέρνηση αλλά και την αντιπολίτευση. Η πολιτική πίεση των νέων εκλογών, μια επιλογή που έπρεπε να απoφευχθεί, επέβαλε εν τέλει τον συμβιβασμό. Μια πρώτη σύγκλιση επιτεύχθηκε στα τέλη Ιανουαρίου όταν οι Σοσιαλδημοκράτες αποδέχθηκαν την έναρξη επίσημων διαβουλεύσεων για σχηματισμό ενός μεγάλου συνασπισμού, σύμφωνα με τη λογική της ελάχιστης νικηφόρας συμμαχίας.Η oριστική έγκριση της κυβερνητικής συμφωνίας κρίθηκε από το (εσωκομματικό) δημοψήφισμα των Σοσιαλδημοκρατών ένα μήνα αργότερα ενώ στις 12 Μαρτίου οι επικεφαλής των τριών συμβαλλόμενων κομμάτων υπέγραψαν την οριστική συμφωνία συνασπισμού (“Koalitionsvertrag”) και ο ομοσπονδιακός Πρόεδρος πρότεινε στο Bundestagψηφοφορία στις 14 Μαρτίου 2018 για την εκλογή Καγκελαρίου με υποψήφια την Άγκελα Μέρκελ και συνακόλουθα την ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης. 

 

Το εγχείρημα του μεγάλου συνασπισμού και οι συνέπειες για την κοινοβουλευτική δημοκρατία;

 

Οι γερμανικές εκλογές έχουν διττό ενδιαφέρον τόσο όσον αφορά το ίδιο το εκλογικό αποτέλεσμα, όσο και από την οπτική των μετεκλογικών διαπραγματεύσεων και της πορείας του κυβερνητικού σχηματισμού. Είναι ευδιάκριτες οι αλλαγές στο κομματικό σύστημα και μπορούμε να προσδώσουμε στην αναμέτρηση τον χαρακτηρισμό του «εκλογικού σεισμού». Όπως και σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, το κομματικό σύστημα δεν παραμένει σταθερό αλλά συνεχώς αναδιαμορφώνεται. Ένα βασικό και ενδιαφέρον ερώτημα, μετά τις εκλογές αυτές και κυρίως κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, είναι η βιωσιμότητα και η πολιτικές συνέπειες των μεγάλων συνασπισμών - ιδίως κατά πόσο ένα τέτοιο σχήμα ωφελεί ή όχι την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Στη Γερμανία, οι μεγάλοι συνασπισμοί μπορεί να υπήρξαν αποτελεσματικοί, ωστόσο, ιστορικά πρόκειται για την πρώτη φορά που, την μια θητεία ενός μεγάλου συνασπισμού ακολουθεί ακόμα μία, και μάλιστα ενώ και τα δύο κόμματα που τον αποτελούν υπέστησαν σημαντικές εκλογικές απώλειες. Υποστηρίζεται ότι στη χώρα ένας συνασπισμός των μεγάλων κομμάτων θα πρέπει να αποτελεί λύση κυρίως σε περιόδους κρίσης, όμως με την πολυδιάσπαση του κομματικού συστήματος (έξι κόμματα στο Bundestag) και την απόρριψη του ενδεχομένου κυβέρνησης μειοψηφίας, ο μεγάλος συνασπισμός αποτέλεσε σχεδόν αναγκαστική επιλογή. Γενικά οι μεγάλοι συνασπισμοί τείνουν στην εξισορρόπηση αντιτιθέμενων συμφερόντων, γι´αυτό οι επικριτές τους υποστηρίζουν ότι τα κόμματα που μετέχουν στον συνασπισμό συγκλίνουν μεταξύ τους χάνοντας εν μέρει την ιδεολογική τους ταυτότητα, ενώ, ως συνέπεια, η αντιπολίτευση αποδυναμώνεται και περιορίζεται ο ελεγκτικός της ρόλος. 

 

 Συνακόλουθα, το κρίσιμο ερώτημα για την πολιτική επιστήμη είναι κατά πόσον ένας μεγάλος συνασπισμός μπορεί, δυνητικά, να οδηγήσει σε πολιτική στασιμότητα και περιορισμό της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Απεναντίας σε περιόδους κρίσεων ένας μεγάλος συνασπισμός, ακριβώς επειδή λειτουργεί (ιδεολογικά) πιο εξισορροπημένα λόγω της ανάγκης σύγκλισης θέσεων, θα μπορούσε να λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά, συγκριτικά με έναν μικρό και ιδεολογικά ταυτόσημο συνασπισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η προσφυγική πολιτική: πρόκειται για μια κοινωνική και πολιτική πρόκληση, δύσκολα διαπραγματεύσιμη, ωστόσο είναι αμφίβολο κατά πόσο μια μικρή συμμαχία θα κατόρθωνε να επιτύχει συμφωνία πιο εύκολα από ένα μεγάλο συνασπισμό. Τα επίκαιρα κοινωνικά ζητήματα μπορούν να οδηγήσουν σε κοινωνικό διχασμό και έχει παρατηρηθεί ότι οι μεγάλοι συνασπισμοί τείνουν να προκαλούν μεγαλύτερη αντιπαράθεση έξω από το κοινοβούλιο παρά μέσα σε αυτό, παρόλα αυτά η δημοκρατία δεν περιορίζεται. Κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό να αντιπαραβάλουμε τη Γερμανία με την Ελβετία, όπου δεν υφίσταται, όπως στις περισσότερες χώρες, ανταγωνιστικήαλλά συμμετοχικήδημοκρατία: η κυβέρνηση σχηματίζεται αναλογικά από τα μέλη των μεγαλύτερων κομμάτων, που εκπροσωπούν περίπου το 80 με 90% των ψηφοφόρων και για αυτό το λόγο δεν συνιστά συμμαχία ενώ ούτε υφίσταται αξιωματική αντιπολίτευση("Zauberformel"). Η πολιτική που θα ακολουθήσει η κυβέρνηση σε κάθε επί μέρους θέμα  υποστηρίζεται διαφορετικά από τις κοινοβουλευτικές ομάδες των κομμάτων που απαρτίζουν την κυβέρνηση έτσι ώστε τα μεγαλύτερα κόμματα να αποτελούν συγχρόνως μέρος της κυβέρνησης αλλά και της αντιπολίτευσης, επομένως δεν υπονομεύεται η κοινοβουλευτική δημοκρατία σε αυτή την περίπτωση, ούτε όμως και στην γερμανική.

 

 Συμπεράσματα: ποιος ο ρόλος των μεγάλων συνασπισμών; 

 

Υπό το πρίσμα αυτών, κρίνεται αναγκαίο να υπογραμμίσουμε ότι στην γερμανική περίπτωση οι μεγάλοι συνασπισμοί αποτελούσαν περισσότερο την εξαίρεση παρά τον κανόνα. Ωστόσο, στην περίπτωση των τελευταίων εκλογών τα ευρήματα σε επίπεδο εκλογικής συμπεριφοράς είναι αξιοπρόσεκτα: η κινητικότητα των ψηφοφόρων είναι υπολογίσιμη, με περιορισμό των «παραδοσιακών κομματικών ψηφοφόρων» και αύξηση της ψήφου διαμαρτυρίας. Παράλληλα τα κόμματα αποκτούν προσωποκεντρικό χαρακτήρα και το πολιτικό περιεχόμενο των προγραμμάτων κερδίζει σε αξία. Δεν αποκλείεται λοιπόν στο μέλλον οι μεγάλοι συνασπισμοί να αποτελέσουν μια αναγκαία πραγματικότητα, με θετικό αντίκτυπο αν αναλογιστούμε ότι θα πρέπει να λειτουργούν με γνώμονα τον συμβιβασμό (την συμφωνία) ή αρνητικό, αν λάβουμε υπόψη την δυνητική μετακίνηση των παραδοσιακών ψηφοφόρων προς την Αριστερά ή την Δεξιά που θα προκαλέσει η υιοθέτηση μιας πολιτικής συμβιβασμών χωρίς (ιδεολογικά) εναλλακτικές επιλογές. Η πολυδιάσπαση του κομματικού συστήματος είναι γεγονός, περισσότερα κόμματα συμμετέχουν στο κοινοβούλιο, περισσότερες θέσεις εκπροσωπούνται, τα παραδοσιακά κόμματα χάνουν την ισχύ τους, τα μικρά κόμματα πληθαίνουν και εδραιώνονται, η συγκρότηση συνασπισμών γίνεται πιο δύσκολη. Ωστόσο, αν τούτο επιτευχθεί, εκπροσωπείται ένα μεγαλύτερο φάσμα κοινωνικών στρωμάτων και ενισχύεται ο πλουραλισμός. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα αποτελούν «συνασπισμούς ηττημένων» αλλά κερδισμένων.

 

 

Βιβλιογραφία

 

1) Bundestagswahl2017/Ergebnisse(2017, Σεπτέμβριος).Ανακτήθηκε από: https://www.bundeswahlleiter.de/bundestagswahlen/2017/ergebnisse/bund-99.html

2) Riker, W.(1962) The Theory of Political Coalitions. Yale University Press.

3) Die Bundestagswahl 2017 (2017, Σεπτέμβριος, 25).Ανακτήθηκε από: http://www.bpb.de/politik/hintergrund-aktuell/256110/bundestagswahl

4) Die neue Regierung (χ.η.). Ανακτήθηκε από : https://www.politische-bildung.de/bundestagswahl_2017.html

5) King,T. (2018) Die Zeit der Wohlfühl-Politik ist vorbei. Ανακτήθηκε Μάρτιο,19,2018 από: http://www.bundestagswahl-bw.de/wahlanalyse_btw17.html

6) Parteiensystem im Wandel. (2017, Νοέμβριος, 21).Ανακτήθηκεαπό:http://www.bpb.de/politik/hintergrund-aktuell/259880/nachlese-bundestagswahl-2017

7) Siegel,A. (2018) Sehenden Auges: Die Große Zentrumskoalition und die asymmetrische Mobilisierung. Ανακτήθηκεαπό: https://www.infratest-dimap.de/fileadmin/user_upload/GrosseZentrumskoalition_NAS_2017.pdf

8) WahlREPORT Bundestagswahl (2017). Ανακτήθηκεαπό: https://www.infratest-dimap.de/umfragen-analysen/bundesweit/wahlreport-deutschland/2017/#more6880

9)Wahlbeteiligung: Nichtwähler- und Protestwähler.(2017). Ανακτήθηκεαπό: http://www.bpb.de/politik/wahlen/wahlen-in-deutschland/249615/wahlbeteiligung-nichtwaehler-und-protestwaehlerschaft